47 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το Πραξικόπημα κατά της Δημοκρατικά Εκλεγμένης Κυβέρνησης της Κύπρου, κατ’ εντολή της Χούντας των Αθηνών, με απώτερο σκοπό την ανατροπή του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπου Μακάριου Γ’ και την επίτευξη της ένωσης με την Ελλάδα.
Ωστόσο, αυτό που πέτυχαν οι πραξικοπηματίες, ήταν να διχάσουν τον λαό και να ανοίξουν την κερκόπορτα στον Αττίλα να εισβάλει στην Κύπρο, πέντε ημέρες αργότερα.
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, διέφυγε στην Πάφο και από εκεί στη Μάλτα, στο Λονδίνο και στη Ν. Υόρκη, όπου έλαβε μέρος στην σύσκεψη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ καταγγέλλοντας την Χούντα των Αθηνών για εισβολή. Πρόεδρος τοποθετήθηκε ο Νίκος Σαμψών, ο οποίος ανακήρυξε την “Ελληνική Δημοκρατία της Κύπρου”.
Η παραιτηση
Παραιτήθηκε, όμως, στις 23 Ιουλίου, όταν συνειδητοποίησε ότι το νησί κατέρρεε μαζί με το στρατιωτικό καθεστώς στην Ελλάδα.
Έναν μήνα αργότερα, η Τουρκία θα καταλάμβανε το 36% των εδαφών στην Κύπρο, εκτοπίζοντας 180 χιλιάδες Κυπρίους (20.000 παρέμειναν εγκλωβισμένοι και 3.000 σκοτώθηκαν στις συρράξεις).
Τον Δεκέμβριο του 1974 ο Μακάριος επέστρεψε στην Κύπρο, δίνοντας «κλαδί ελαίας» (απονομή χάριτος) στους πραξικοπηματίες. Από τότε μέχρι σήμερα συνεχίζονται συνομιλίες για ειρηνική επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος.
Δείτε τι ακριβώς συνέβη εκείνη την εποχή στα παρακάτω ντοκιμαντέρ:
Το χρονικό
Στις 08:15 (τοπική ώρα εκδήλωσης του πραξικοπήματος), δύο ισχυρές φάλαγγες αρμάτων εξήλθαν στο οδικό δίκτυο, η μία από το στρατόπεδο Κοκκινοτριμυθιάς, που αποτελούταν από όλα τα άρματα της Κυπριακής Εθνοφρουράς, περίπου 35 ρωσικής προέλευσης τύπου Τ-34, και με δύναμη 300 ανδρών, με κύριο σκοπό την εξουδετέρωση της Προεδρικής Φρουράς, (δύναμη 150 ανδρών), δίπλα στο Προεδρικό Μέγαρο και η δεύτερη φάλαγγα από το στρατόπεδο Καποτά (Παλλουριώτισσα) με κάποια λίγα άρματα βρετανικής προέλευσης τύπου ΜΗ και 20 οχήματα που μετέφεραν μονάδα ΛΟΚ (32 ΜΚ και ένα λόχο της 31 ΜΚ) περίπου 300 ανδρών με σκοπό την εξουδετέρωση του αστυνομικού Εφεδρικού Σώματος που έδρευε περίπου 1 χλμ. μακρύτερα του Προεδρικού Μεγάρου.
Στη συνέχεια οι δύο φάλαγγες θα συνέκλιναν και περικυκλώνοντας θα πυρπολούσαν κανονιοβολώντας το Μέγαρο της Προεδρίας. Τελικά οι δυνάμεις που έλαβαν μέρος ήταν η 31η και η 33η μοίρες καταδρομών, η ίλη αρμάτων της 21ης επιλαρχίας μέσων αρμάτων και της 23ης επιλαρχίας αναγνώρισης , 2 τάγματα πεζικού από την Κερύνεια και 2 λόχοι της ΕΛΔΥΚ. Διοικητής των αρμάτων της 21ης ήταν ο επίλαρχος Κορκόντζελος, της 23ης ο αντισυνταγματάρχης Λαμπρινός, ενώ των καταδρομών ο ταγματάρχης Δαμασκηνός.
Η Διαφυγή του Μακαρίου

Ο Μακάριος φθάνοντας στο γραφείο του περί τις 08:15 δέχθηκε μια σχολική αντιπροσωπεία από την Αίγυπτο που τον ανέμενε. Τη στιγμή της προσφώνησης εκ μέρους του συνοδού καθηγητή από χειρογράφου, ακούστηκαν υπόκωφοι κανονιοβολισμοί. Ο Μακάριος καθησυχάζοντας τον καθηγητή τον παρότρυνε να συνεχίσει. Όταν και πάλι ακούστηκαν δυνατότεροι οι κανονιοβολισμοί που προέρχονταν από το στρατόπεδο του Εφεδρικού Σώματος, που υπερασπιζόταν ο ταγματάρχης Πανταζής και όλοι έδειχναν ανήσυχοι, ο Μακάριος επανέλαβε ατάραχος “συνέχισε παιδί μου”. Τη στιγμή όμως εκείνη εισόρμησαν στην αίθουσα υποδοχής ο υπασπιστής του Μακαρίου με τον διοικητή της Προεδρικής Φρουράς, (ανιψιό του Μακαρίου) προειδοποιώντας τον για την επίθεση και παροτρύνοντάς τον να φύγει.
Στα λίγα λεπτά που ακολούθησαν ο Μακάριος με πολιτική περιβολή και φέροντας τραγιάσκα οδηγείται από τους συνοδούς του στην πίσω έξοδο ασφαλείας του μεγάρου, που παραμένει αφύλακτη και μέσα από ένα ξεροπόταμο φθάνει σε δημόσιο δρόμο. Τα δε παιδιά κυριολεκτικά είχαν φυγαδευτεί από την κυρία είσοδο του κτιρίου.
Συγκρούσεις Εθνικής Φρουράς- Εφεδρικού
Την κρίσιμη στιγμή εκείνη και ενώ πίσω του βάλλεται και πυρπολείται το προεδρικό μέγαρο, φθάνει απόσπασμα του Εφεδρικού που σπεύδει να προστατέψει τον Μακάριο. Τελικά αστυνομικό όχημα ακολουθώντας αγροτικούς δρόμους μεταφέρει τον Πρόεδρο με ασφάλεια σε ένα μοναστήρι, στο όρος Τρόοδος. Εκεί ο Πρόεδρος ακούει τον ραδιοφωνικό σταθμό της Λευκωσίας, που ήδη είχε περιέλθει στους πραξικοπηματίες, να επαναλαμβάνει το θάνατό του.
Στις 11:00 ο ταξίαρχος Γεωργίτσης ενημερώνει τον ομόβαθμό του Ιωαννίδη στον ειδικό θάλαμο επιχειρήσεων του τότε Πενταγώνου (στην Αθήνα), που παρακολουθεί την εξέλιξη μαζί με τους αρχηγούς των Όπλων ότι η επιχείρηση τελείωσε με επιτυχία. Μία ώρα αργότερα ενημερώνεται για τη διαφυγή του Μακάριου.
Το διάγγελμα του Μακαρίου
Στις 13:00 ο Μακάριος, ακολουθώντας άλλη διαδρομή, κατήλθε από το Τρόοδος και φέροντας ράσα κατευθύνθηκε στην Πάφο, όπου και εισερχόμενος στον εκεί καθεδρικό ναό, απηύθυνε διάγγελμα διαψεύδοντας την είδηση του θανάτου του:
«Ελληνικέ κυπριακέ λαέ, Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποίος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Είμαι εκείνος τον οποίον συ εξέλεξες διά να είναι ηγέτης σου. Δεν είμαι νεκρός, όπως η χούντα των Αθηνών και οι εδώ εκπρόσωποί της θα ήθελαν. Είμαι ζωντανός. Και είμαι μαζί σου, συναγωνιστής και σημαιοφόρος εις τον κοινόν αγώνα.
Το μήνυμα αυτό αν και δεν ακούγονταν δυνατά λόγω της περιορισμένης εμβέλειας του ραδιοφωνικού σταθμού, έγινε αμέσως γνωστό από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Τελ Αβίβ που το είχε λάβει και με τον ισχυρό πομπό του άρχισε ν’ αναμεταδίδει.
Ο Νίκος Σαμψών ορκίζεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας
Στις 15:00 οι πραξικοπηματίες στη Κύπρο, μη έχοντας πιθανώς γνωστά τα τεκταινόμενα στη Πάφο, δεδομένου ότι είχαν διακοπεί οι τηλεφωνικές συνδέσεις, παραβλέποντας τον εκ του συντάγματος νόμιμο διάδοχο στη θέση του προέδρου που ήταν ο τότε πρόεδρος της κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων Γλαύκος Κληρίδης, επιλέγουν (και συγκεκριμένα ο Συνταγματάρχης Καταδρομών Κομπόκης, αφού προηγουμένως αποτάνθηκε μάταια σε κάποια άλλα πρόσωπα) τον δημοσιογράφο και βουλευτή τότε Νικόλαο Σαμψών.
Λίγη ώρα μετά, ο Ν. Σαμψών ορκίζεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κύπρου, εκφωνεί και το διάγγελμα επί την ανάληψη των καθηκόντων του κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο, χωρίς όμως να προβεί σε διάλυση της Βουλής, ή σε δίωξη πολιτικών προσώπων. Στη θέση αυτή θα παραμείνει για οκτώ ημέρες.
Στην τελετή ορκωμοσίας του χοροστάτησε ο καθαιρεθείς πριν ένα χρόνο, επίσκοπος Γεννάδιος (πρώην Πάφου), ο οποίος και ορίστηκε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Σημειώνεται ότι ο επίσκοπος Γεννάδιος μαζί με τους επισκόπους Ανθέμιο, (πρώην Κιτίου) και Κυπριανό, (πρώην Κερύνειας), είχαν προκαλέσει Εκκλησιαστικό πραξικόπημα το 1973, τους οποίους στη συνέχεια καθαίρεσε ο Μακάριος προκαλώντας Μείζονα Σύνοδο, στην οποία αν και προσκλήθηκαν η Εκκλησία της Ελλάδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, δεν παρευρέθησαν.
Το ίδιο απόγευμα φαινόταν ότι το πραξικόπημα είχε τελικά επικρατήσει με απολογισμό 91 νεκρούς και 250 τραυματίες.