Στα περισσότερα σπίτια κάποια στιγμή θα δημιουργηθεί ένταση ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά. Ίσως και να φωνάξουμε, ίσως τα παιδιά μας να κλάψουν, ίσως να μιλήσουμε αυστηρά ή και να πούμε λόγια που πληγώνουν.
Άλλες φορές αυτή η ένταση μπορεί να οδηγήσει σε κάποια τιμωρία ή ένας “λάθος χειρισμός” από την πλευρά μας μπορεί να κλιμακώσει την ένταση και την δυσαρέσκεια του παιδιού.
Την στιγμή της έντασης είναι η αλήθεια πως εάν δεν έχουμε δουλέψει αρκετά με τον εαυτό μας, είναι δύσκολο κάποιες φορές να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας και να σταθούμε στον ρόλο μας ως γονείς. Είναι δύσκολο εάν δεν έχουμε κατακτήσει αυτό το βήμα, να σταθούμε από μια θέση όπου το παιδί μας δεν μας μισεί, δεν είναι κακότροπο, δεν είναι κακομαθημένο, δεν το κάνει για να μας εκνευρίσει, δεν έχει γίνει ανυπόφορο…
Κάποια από όλες αυτές τις σκέψεις θα περάσει αστραπιαία από το μυαλό ενός γονιού ή ενός φροντιστή και θα γίνει πιο αυστηρός απέναντι στο παιδί που δυσκολεύεται να διαχειριστεί μία κατάσταση ή τα συναισθήματά του. Και όταν δούμε το μικρό παιδί υπό αυτό το αρνητικό πρίσμα σίγουρα καταλαβαίνουμε ότι η σύνδεσή μας έχει πάει περίπατο.
Τι κάνουμε λοιπόν σε αυτές τις περιπτώσεις; Τι μπορούμε να κάνουμε όταν οι εντάσεις έχουν γίνει καθημερινότητα με τα παιδιά μας; Τι κάνουμε όταν σκεφτόμαστε ότι το παιδί μας κάνει τα πάντα για να μας εκνευρίσει;
Δύο πράγματα θέλω να σας πω σήμερα, ως τροφή για περαιτέρω σκέψη. Η πρώτη σκέψη έχει να κάνει με το να στρέψουμε το βλέμμα μας στο παρελθόν, όταν ήμασταν εμείς παιδιά. Πώς διαχειριζόντουσαν οι δικοί μας γονείς τις εκρήξεις μας, τα “πείσματά” μας, πως διαχειριζόντουσαν τις συγκρούσεις μας, πόσο χώρο είχαμε για να ακουστούμε εμείς ως παιδιά; Νιώθαμε ασφαλείς όταν τσακωνόμασταν ή διαφωνούσαμε με τους γονείς μας; Ήταν σημαντικό για εμάς να μας ακούν, να μας δίνουν σημασία, να μας εμπιστεύονται;
Εάν όλα αυτά ήταν πολύ σημαντικά για εμάς στο παρελθόν, ως παιδιά, μήπως είναι ακριβώς τα ίδια πράγματα που ζητάμε από το παιδί μας; Μήπως ζητάμε απεγνωσμένα από το παιδί μας να μας δώσει κάτι πολύ σημαντικό για εμάς που δεν το πήραμε στην παιδική μας ηλικία; Μήπως ζητάμε από το μικρό παιδί μας να επουλώσει τραύματα και πληγές που μας δημιούργησαν άλλοι στο παρελθόν; Και μήπως αυτό είναι ένα βαρύ φορτίο για το παιδί μας;
Η δεύτερη σκέψη έχει να κάνει με το εδώ και τώρα. Να στρέψουμε το βλέμμα μας μέσα μας στο παρόν. Πώς νιώθω; Τι σκέψεις περνάνε από το μυαλό μου; Τι λέξεις χρησιμοποιώ όταν μιλάω στο παιδί μου; Μήπως κατηγορώ το παιδί μου για τα ίδια πράγματα που έχω εγώ ως παράπονο από την σχέση μου με τους γονείς μου; Και τώρα πάρε λίγο χρόνο, μερικά δευτερόλεπτα, κοίτα από λίγο πιο μακριά την μεγάλη εικόνα, κοίτα εσένα και το παιδί σου να μαλώνετε, να φωνάζετε, να τσακώνεστε.
Είστε πληγωμένοι και οι δύο αυτή την στιγμή. Είστε δύο μικρά παιδιά που πονάνε. Είστε δύο μικρά παιδιά που διψάτε για σύνδεση και αποδοχή και αγάπη. Και μόνο ο ένας από τους δύο σας μπορεί να το κάνει αυτό, μόνο ο ένας έχει την ευθύνη να φροντίσει την σχέση.
Πάρε αγκαλιά και τα δύο μικρά παιδιά και φρόντισέ τα. Άκουσέ τα. Μην φωνάξεις, μην σηκώσεις το χέρι σου, μην πεις λέξεις τιμωρητικές που πληγώνουν. Πάρε μια μεγάλη αγκαλιά και το παιδί σου που δυσκολεύεται και το μικρό παιδί που έχεις μέσα σου. Και δες μετά πως όλα μαλακώνουν και νιώθεις μια ζεστασιά αντί για θυμό και μοναξιά. Μπορείς να φροντίσεις δύο παιδιά την στιγμή της μεγάλης έντασης.
Μπορείς να φροντίσεις και να ακούσεις και να αγκαλιάσεις το παιδί μέσα σου και το παιδί δίπλα σου. Λίγο λίγο κάθε φορά. Και η σύνδεση με το παιδί μέσα σου θα επανέλθει. Και η σύνδεση με το παιδί δίπλα σου θα ανθίσει ξανά.









