Διγλωσσία: Συνδέεται με διαταραχές λόγου στο παιδί; Η ειδικός απαντά

Πολλά είναι τα παιδιά που μεγαλώνουν μαθαίνοντας από μικρή ηλικία να μιλούν δύο γλώσσες.

Ποια είναι, όμως, η ιδανικότερη ηλικία για απόκτηση της δεύτερης γλώσσας και ποιες δυσκολίες μπορεί να αντιμετωπίσει το παιδί;

Η λογοπαθολόγος -λογοθεραπεύτρια, Άντρη Χαραλάμπους λύνει όλες τις απορίες σας για το θέμα.

Ως διγλωσσία ορίζεται η ικανότητα του παιδιού να χειρίζεται εξίσου αντιληπτικά και εκφραστικά τις δύο γλώσσες που μαθαίνει ή έχει κατακτήσει.

Ορισμένες φορές, οι γνώσεις στη μία γλώσσα είναι καλύτερες από την άλλη. Τη γλώσσα την οποία γνωρίζει και χειρίζεται καλύτερα ένα παιδί, την ορίζουμε ως η κυρίαρχη γλώσσα. Βέβαια, η κυρίαρχη γλώσσα ενδέχεται να αλλάξει, κυρίως εάν το παιδί δεν τη χρησιμοποιεί σε καθημερινή βάση.

Η ιδανική ηλικία για την απόκτηση μιας 2ης γλώσσας

Η ιδανικότερη ηλικία για απόκτηση της δεύτερης γλώσσας, είναι πριν την ηλικία των 3 ετών. Η αποθήκευση των πληροφοριών πριν την ηλικία των 3 ετών είναι απεριόριστη και διατηρείται από την διαδικαστική μνήμη, αφού σε αυτή την ηλικία έχει την ικανότητα να μαθαίνει πιο εύκολα και να επεξεργάζεται με μεγαλύτερη ευκολία τα ερεθίσματα που λαμβάνει.

Διγλωσσία και διαταραχές λόγου

Οι διαταραχές λόγου και ομιλίας εμφανίζονται ή οχι στα παιδιά ανεξαρτήτως εάν αυτά μεγαλώνουν μονόγλωσσα ή δίγλωσσα. Αν ένα δίγλωσσο παιδί παρουσιάσει καθυστέρηση λόγου (late talker) θα έχει την ίδια καθυστέρηση, ακόμη και αν μεγάλωνε μόνο με μία γλώσσα.

Οι δυσκολίες που μπορεί να εμφανίσει ένα δίγλωσσο παιδί είναι οι εξής:

  • δυσκολίες στο φωνολογικό του σύστημα. Σε κάποιες χώρες δεν υπάρχουν ορισμένα φωνήματα που υπάρχουν σε άλλη γλώσσα. Π.χ. στη Ρουμανία δεν υπάρχουν οι ήχοι /θ/ και /δ/. Είναι πολύ πιθανό, να μην παράγει αυτά τα φωνήματα και να λέει “τέλω” αντί για “θέλω”.
  • Το παιδί ίσως δυσκολεύεται στο να χρησιμοποιεί σωστά τους χρόνους (“Χθες πάω γιαγιά”) ή να παρουσιάζει δυσκολία στις καταλήξεις των λέξεων (“Το παιδί πάω βόλτες”) ή πολύ πιθανών να μην καταφέρνει να διαχωρίσει τα τρία γένη (“τα κοπέλες, το σκύλος”).
  • Φτωχό λεξιλόγιο σε κάποια από τις δύο γλώσσες, συνήθως αυτό συμβαίνει στη δεύτερη. Το παιδί περιγράφει τη λέξη που θέλει (λέξη- στόχος) αντί να την εκφράσει με μια λέξη, π.χ. αντί για πιάτο λέει εκείνο το στρογγυλό που βάζουμε φαγητό.

Ποιος είναι ο ρόλος του Λογοπαθολόγου στη Διγλωσσία;

Αρχικά, ο κλινικός θα πρέπει να είναι ικανός να διαχωρίσει εάν η δυσκολία που παρουσιάζει το παιδί πρόκειται για γλωσσική διαφορά ή γλωσσική καθυστέρηση.

Σε κάθε περίπτωση, χρησιμοποιούνται εξατομικευμένες μέθοδοι παρέμβασης, με στόχο την καλύτερη ένταξη των δίγλωσσων παιδιών στο κοινωνικό σύνολο.

Απαραίτητη είναι η λήψη ενος καλού λογοπαθολογικού ιστορικού το οποίο θα διευκρινίσει εάν το παιδί παρουσιάζει γλωσσική καθυστέρηση ή δυσκολίες λόγου και ομιλίας λόγω λαθεμένης χρήσης της διγλωσσίας (γλωσσική διαφορά).

Παράλληλα, θα σχεδιαστεί εξατομικευμένο πρόγραμμα σχεδιασμένο πάνω στις ανάγκες του παιδιού και της οικογένειας.

Τέλος, η ειδικός τονίζει ότι ένα δίγλωσσο παιδί με καθυστέρηση λόγου, θα είχε την ίδια καθυστέρηση εάν ήταν και μονόγλωσσο. Ο σωστός χειρισμός ενός δίγλωσσου παιδιού κατά την διάρκεια της γλωσσικής του ανάπτυξης, θα το ωθήσει στην σωστή ανάπτυξη και των δύο γλωσσικών συστημάτων.