Όποια γυναίκα έχει ζήσει μια αποβολή ξέρει ότι όσα παιδιά και αν κάνεις μετά ή όσα παιδιά και να έχεις, η απώλεια αυτή δεν ξεπερνιέται ποτέ.
Ειδικά, οι πρώτες στιγμές μετά το ατυχές και δυσάρεστο συμβάν είναι πολύ δύσκολες. Για να νιώσει μια γυναίκα καλύτερα και να ξεπεράσει -όσο γίνεται- πιο εύκολα το πρώτο σοκ της αποβολής πρέπει να έχει δίπλα της ανθρώπους που τη νοιάζονται και την αγαπούν.
Γονείς, φίλους, σύντροφο. Εκείνοι είναι που θα τη βοηθήσουν να σταθεί ξανά στα πόδια της. Δυστυχώς, πολλές φορές οι δικοί μας άνθρωποι είναι εκείνοι που μας κάνουν να μην μπορούμε να δούμε πιο αισιόδοξα τη ζωή μετά από ένα τέτοιο περιστατικό. Όχι γιατί δεν μας αγαπούν, αλλά γιατί και εκείνοι είναι μουδιασμένοι και δεν ξέρουν πώς να αντιδράσουν. Προσπαθούν, συχνά, να μας προστατεύσουν κάνοντας μας να νιώθουμε, καμιά φορά, χειρότερα.
Συχνά μαμάδες ή γυναίκες που βίωσαν μια αποβολή θα ακούσουν: «Δεν πειράζει, θα κάνετε άλλο» ή «Νέοι είστε, έχετε τη ζωή μπροστά σας για άλλα παιδιά» ή «Έχετε ήδη παιδιά, μη στεναχωριέστε!» .
Πώς, όμως, επηρεάζει αυτή η «ατάκα» τις γυναίκες; Τις βοηθά ή μήπως δεν τις αφήνει να βιώσουν, και κατά συνέπεια, να ξεπεράσουν τον πόνο τους;
Η Καλλιόπη Κρεμαστιώτη, ψυχολογός με ειδίκευση στην προγεννητική και περιγεννητική ψυχολογία και υγεία, με ένα κείμενό της εξηγεί τι είναι το περιγεννητικό πένθος, πώς επηρεάζει την ψυχολογία των γονιών και γιατί θα έπρεπε να τους «επιτρέπουμε» να το βιώνουν.
Διαβάστε το κείμενό της
«”Δεν πειράζει, θα κάνεις άλλο…”»
Βλέπω ψυχοθεραπευτικά γυναίκες με περιγεννητικό πένθος και πραγματικά με συγκλονίζει κάθε φορά το ψυχικό τους ένστικτο να μπουν μέσα στο πένθος και εμείς όλοι οι υπόλοιποι να μην τις αφήνουμε, να μην το επιτρέπουμε.
Τι είναι αυτό που δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να νιώσει και επομένως δεν το αποδεχόμαστε και στον άλλο;
Γιατί το περιγεννητικό πένθος μας απειλεί τόσο πολύ ακόμα και στην έκφραση του, τι είναι αυτό που δυσκολευόμαστε να συναισθανθούμε;
Ωθούμε ασυνείδητα τις περισσότερες φορές τους γονείς και ειδικά τις μητέρες να διαγράψουν την απώλεια του παιδιού τους, ένα παιδί που δε υπήρξε δεν χρειάζεται να απωλέσθη και άρα να πενθήσει κανείς για την απώλεια του.
Αν δεν «μετρήσουμε» κάτι σημειώνει ο Μανωλόπουλος (2017), δεν αντιλαμβανόμαστε ότι το χάσαμε.
Για να μην φοβόμαστε την απώλεια του δεν το μετράμε, γιατί αν δεν το έχουμε ολόκληρο, δεν υπάρχει κίνδυνος να το χάσουμε.
Δεν αναπαριστούμε, δεν τελούμε,τίποτα δεν τελείται γύρω μας. Αρνούμαστε να τελειώσει, να πενθηθεί , να συμβολοποιηθεί η απώλεια μας και επομένως αρνούμαστε να το επιτρέψουμε και στους γύρω μας.
Αυτό όμως που μας διαφεύγει στο σύγχρονο τρόπο ζωής που όλα μοιάζουν λογικά και μαθηματοκρατούμενα, είναι το ψυχικό όργανο.
Το ψυχικό όργανο βιώνει ψυχικό δεσμό ακόμα και όταν τα υπερηχογραφήματα σταμάτησαν να εντοπίζουν καρδιακό παλμό.
Γιατί ένα παιδί ακόμα και πριν την βιολογική του σύλληψη υπήρξε στο ασυνείδητο της μητέρας του, υπήρξε στα όνειρα της, υπήρξε στις φαντασιώσεις της, υπήρξε στις συζητήσεις με τον σύντροφο της.
Υπήρξαμε πρώτα μέσα από την επιθυμία κάποιου, μέσα από ένα –ναι- σημειώνει ο Λακάν.
Το περιγεννητικό πένθος είναι ποιοτικά διαφορετικό στον ψυχισμό μας καθώς το περιεχόμενο του δεν είναι αναμνησιακό αλλά αφορά ένα μέλλον που δε θα υπάρξει ,αφορά όλα όσα μια μητέρα ονειροπόλησε για το παιδί της.
Ο Bennett αναφέρεται στην θλίψη μετά από μια τέτοια απώλεια ως τραυματική θλίψη, με μια διαφορετική έννοια από εκείνη της κατάθλιψης καθώς αυτό που χάθηκε πρωτίστως είναι ο ψυχικός μας δεσμός.
Ο Doka(1989) το ορίζει ως το πένθος χωρίς δικαιώματα, καθώς οι άνθρωποι που το βιώνουν δεν ενθαρρύνονται να πενθήσουν δημόσια σαν να πρόκειται για ένα θάνατο μη κοινωνικά αποδεκτό σαν το γεγονός ότι ίσως επειδή μόνο οι γονείς είχαν προλάβει να δημιουργήσουν δεσμό με το έμβρυο ή το βρέφος, να μην τους αναγνωρίζει το δικαίωμα να εκφραστούν και να υποστηριχθούν κοινωνικά(Human,2015).
Οι έρευνες σε γυναίκες με περιγενητικό πένθος δείχνουν ακριβώς αυτό το ψυχικό και κοινωνικό αίτημα, να αναγνωριστεί η ύπαρξη του αγέννητου παιδιού τους, η απώλεια του και επομένως το δικαίωμα τους να πενθήσουν για αυτό και να πάρουν την αντίστοιχη φροντίδα (Cacciatore, Froen&Killian, 2013, Mobita&Nolte, 2007).
Το θεωρητικό υπόβαθρο για το περιγενητικό πένθος είναι πρωτίστως αυτό της θεωρίας δεσμού (attachment theory) καθώς εστιάζει στην μοναδική φύση της σύνδεσης του εμβρύου με την μητέρα πολύ πριν την γέννα. Ακόμα και πολύ πριν την σύλληψη και επομένως μας παρέχει μια ψυχική θέαση στην φύση αυτού του πένθους.
Ο Bowlby (1969) υποστηρίζει ότι είναι πυρηνικό για τον ψυχισμό μας να περάσουμε μέσα από το πένθος αυτού του δεσμού από το να το αποφύγουμε, πως το πέρασμα στην εσωτερίκευση οδηγεί στην επούλωση (Μανωλόπουλος, 2019).
Στο περιγεννητικό πένθος δεν υπάρχουν «χειρολαβές» για να πιαστείς ψυχικά και φαινομενικά και για αυτό δεν χωράνε κοινωνικά debate για τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο που επιλέγεται από τους πενθούντες να το βιώσουν.
Οι γονείς θα έπρεπε να ενθαρρύνονται και να πλαισιώνονται να πενθήσουν την απώλεια του παιδιού τους με τον τρόπο που εκείνους τους ανακουφίζει, χωρίς να φέρουν αυτήν την δυσβάχτη απώλεια στην σιωπή και στην απομόνωση, περιπλέκοντας με δυσκολότερες σκιές το πένθος τους.
Οι γυναίκες με περιγεννητικό πένθος δεν θα κάνουν άλλο μωρό στη θέση του μωρού τους, γιατί κάθε φορά που φέρουμε τη ζωή μέσα μας, φέρνουμε στη ζωή ένα ακόμα παιδί και μια ακόμα νέα μητέρα.
Γιατί η ανάμνηση του παιδιού τους είναι το ψυχικό όχημα που θα τους επιτρέψει να δημιουργήσουν μια νέα ψυχική γεωγραφία και μια νέα ιστορία. Την δική τους. Την μοναδικά δικής τους ιστορία»
Dubenetzky, S. Y. (2017). Stillbirth: Psychosocial Implications of an Unrecognized Issue. Journal of Prenatal & Perinatal Psychology & Health, 31(3).
Avelin, P., Rådestad, I., Säflund, K., Wredling, R., & Erlandsson, K. (2013). Parental grief and relationships after the loss of a stillborn baby. Midwifery, 29(6), 668-673.
Μανωλόπουλος,Σ.(2017).Τα πρόσωπα του ξένου. Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Illustration: Paula Bonet
πηγή κειμένου: Facebook