«Υποσχεθείτε μου στη μνήμη του παιδιού μου, ότι θα «πετάξετε» όλοι τις μηχανές σας»

«…μια μηχανή αδρεναλίνη πολλή και χιλιάδες γιατί
Γέλια πολλά όνειρα γλυκά που κάναμε από παιδιά
Σ’  ένα λεπτό όλα τα όνειρα αυτά ταξίδεψαν μακριά»

Οι στίχοι αυτού του τραγουδιού ήταν ένας φόρος τιμής στον φίλο τους, τον συμμαθητή τους, που η μοίρα θέλησε να τον πάρει μακριά τους, μόλις στα 15 του. Σαν να γράφτηκαν για εκείνον.

Ένα απόγευμα που όλες οι συγκυρίες έμοιαζαν να έχουν συνωμοτήσει για να φύγει μια για πάντα ο Χ. Όλοι όσοι μπορούσαν να χαλιναγωγήσουν τη λατρεία του για τις μηχανές, σαν μία αόρατη δύναμη να τους είχε απασχολήσει σε διάφορες άλλες δουλειές.

Ο ένας είχε μάθημα, ο άλλος ταξίδευε, ο τρίτος ήταν σε κάποια αθλητική δραστηριότητα. Κι εκείνος, όσο ήταν ένα αγγελικό, ήσυχο παιδί, άριστος μαθητής με μία υποδειγματική ευγένεια, άλλο τόσο μεταμορφωνόταν σε δαίμονα πάνω στη σέλα της μηχανής του.

Ήταν Πέμπτη, ένα απόγευμα του Δεκέμβρη. Ο Χ. ήταν τρελαμένος με τις κόντρες με μηχανές. Σαν να «έτρεφε» με έναν τρόπο την τύχη του. Το ραντεβού είχε κλειστεί. Ένα ραντεβού που έμελε να αλλάξει τα πάντα…

Ο άλλος οδηγός ακούμπησε τη ρόδα του, ο Χ έχασε τον έλεγχο και μην θέλοντας να πάθει κάτι η μηχανή του, προσπαθούσε  να τη «σώσει» κρατώντας την από το τιμόνι ακόμη. Σύρθηκε πόσα μέτρα, κι ένα χτύπημα στο κεφάλι στο κράσπεδο, όπου σταμάτησε την πορεία του, στάθηκε μοιραίο.

Το ρολόι έδειχνε 19.45 το βράδυ. Χτυπά το τηλέφωνο και η φωνή της άλλης γραμμής πληροφορούσε ότι ο Χ. σκοτώθηκε και ότι ο κολλητός του δεν ήταν καλά. Η μητέρα που απάντησε στο τηλέφωνο, ήταν η μητέρα του κολλητού, η οποία πανικοβλήθηκε ρωτώντας αν χτύπησε πολύ και το δικό της παιδί. Όχι, το δικό της ήταν με σοκ στα επείγοντα, στο άκουσμα της απώλειας του αγαπημένου του φίλου. 

Κανείς δεν μπορούε να το πιστέψει. Το «γελαστό παιδί» δεν θα ήταν πια μαζί τους. Δεν θα τον ξανάβλεπαν ποτέ.

«Υποσχεθείτε μου να πετάξετε τις μηχανές σας»

Η πρώτη πράξη του δράματος παίχτηκε έξω από το νοσοκομείο. Οι συμμαθητές του απ΄έξω. Μία «αγκαλιά» 15χρονα παιδιά να κλαίνε για τον φίλο τους, να θυμούνται στιγμές που έζησαν μαζί, τα πάρτι, την παρέα του σχολείου.

Μόλις ολοκληρώθηκε η αναγνώριση, η μαμά του άτυχου νέου βγήκε στο προαύλιο.  Πλησίασε τα παιδιά και απευθυνόμενη κυρίως στα αγόρια τούς είπε: «Στη μνήμη του παιδιού μου, του φίλους σας, σας παρακαλώ υποσχεθείτε μου ότι θα πετάξετε τις μηχανές σας! Μην τις ξαναπιάσετε στα χέρια σας, σας παρακαλώ». 

Πνιγμένη στα δάκρυα, με κόκκινα, πρησμένα μάτια, πονώντας βαθιά ίσως εκείνη την ώρα να μην ήξερε, τι πραγματικά ζητούσε από τα παιδιά. Όμως, το μυαλό της μάνας που βλέπει το παιδί της νεκρό, δεν θέλει καμία άλλη μάνα να βιώσει το ίδιο.

Η τελευταία πράξη του δράματος ήταν πάνω από το μνημείο του. Οι συμμαθητές, οι φίλοι του, τα αγαπημένα του πρόσωπα, είχαν αφήσει εκεί μηχανάκια, από αυτά που παίζουν τα πιτσιρίκια. Πάνω στο μνημείο του είχε σκαλιστεί αυτή η τελευταία γκαζιά, το σημάδι από τα λάστιχα.

«Να ‘σαι καλά και από εκεί πάνω ψηλά τράβα μια τελευταία γκαζιά…»

Το τραγούδι του Killah P, του αδικοχαμένου Παύλου Φύσσα, συντρόφευε τις μαζώξεις των παιδιών για τον αγαπημένο τους Χ. που έφυγε για πάντα από κοντά τους.

*Το όνομα του παιδιού αναφέρεται με το αρχικό του για ευνόητους λόγους και σεβασμό στη μνήμη του