Ίσως μία από τις χειρότερες καταστάσεις -αν όχι η χειρότερη- που μπορεί να βιώσει ένα παιδί είναι η εγκατάλειψη από την μητέρα του. Πόσο μάλλον, όταν αυτό το παιδί είναι σε ηλικία που αντιλαμβάνεται τα περισσότερα από όσα συμβαίνουν γύρω του.
Ένας νεαρός περιγράφει τη ζωή του, αφότου η μητέρα του έφυγε από το σπίτι, αφήνοντάς τον πίσω με τον πατέρα του, για να ζήσει με έναν άλλον άνθρωπο.
«Ήμουν 5-6 ετών, όταν η μητέρα μου ξεκίνησε να βγαίνει με έναν άλλον άνδρα. Όπως μου είχαν πει, ήταν φίλοι και όταν βγαίναμε έπιναν συνήθως καφέ ή κάναμε βόλτες. Ήμουν μικρός και δεν γνώριζα περισσότερα πράγματα, πόσο μάλλον να υποψιαστώ ότι ο κύριος Μάριος δεν ήταν απλά ένας φίλος.
Μία μέρα ο κ.Μάριος είχε έρθει σπίτι, καθώς ο πατέρας μου δούλευε μέχρι αργά συνήθως τις καθημερινές. Ωστόσο, μία αναπάντεχη έκπληξη περίμενε την μητέρα μου, εμένα και τον κύριο Μάριο. Ο μπαμπάς ήρθε νωρίτερα και μας είδε όλους μαζί στο σαλόνι σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Παραξενεύτηκε με το όλο σκηνικό, καθώς δεν τον ήξερε τον κ. Μάριο, δεν τον είχε δει ποτέ ξανά στη ζωή του, κι έτσι ζήτησε εξηγήσεις από τη μητέρα μου.
Εκείνη αποκάλυψε τα πάντα, κάτι που σήμανε την αρχή του τέλους. Με είχαν στείλει στο δωμάτιό μου να παίξω –κλασικά όπως έκαναν πάντα, όταν ήθελαν να μιλήσουν οι μεγάλοι- όμως μιλούσαν δυνατά και άκουγα όλα όσα έλεγαν.
“Εγώ δεν μπορώ να μεγαλώσω ένα ξένο παιδί” ήταν η ατάκα του. “Ξένο παιδί;» Το παιδί της γυναίκας που υποτίθεται ότι αγαπάς και είναι ο άνθρωπός σου; Τι θα πει “ξένο παιδί;” Η μαμά μου στο άκουσμα αυτής της φράσης δεν λύγισε υπέρ του παιδιού της, αλλά υπέρ εκείνου. Και μας άφησε. Εφυγε για να ζήσει τον έρωτά της μαζί του. Και τον έζησε. Παντρεύτηκαν και απέκτησαν ένα ακόμη παιδί.
Στην αντίπερα όχθη ήμουν εγώ και ο μπαμπάς μου. Ένας μπαμπάς που μου στάθηκε σαν μητέρα και κάτι παραπάνω. Ήταν ο άνθρωπος που με ξυπνούσε κάθε πρωί για το σχολείο, μού έφτιαχνε το γάλα μου, το φαγητό μου. Διαβάζαμε και παίζαμε μαζί, βλέπαμε ταινίες.
Ήταν ο φύλακας άγγελός μου. Ακόμη κι αν η μητέρα μου με έβλεπε συχνά -έξω πάντα- και μου έπαιρνε τα καλύτερα παιχνίδια και δώρα, εγώ προτιμούσα να παίζω με τα παλιά που μου είχε κάνει δώρο ο μπαμπάς.
Ο πατέρας μου ήταν αυτός για τον οποίο πάσχιζα να μην γίνω το χειρότερο παιδί. Είχα μία ροπή προς την παραβατικότητα. Ίσως γιατί μπορεί να μου έβγαινε σαν αντίδραση. Δεν ξέρω. Όμως, εκείνος ήταν εκεί. Κερί αναμμένο να με προστατεύει με κάθε τρόπο που ήξερε και δεν ήξερε. Με μεγάλωσε, με σπούδασε με έκανε έναν σωστό άνθρωπο που να μπορεί να βαδίσει στη ζωή του.
Όσο για τη μητέρα μου, ήρθε η ώρα που η ζωή στάθηκε σκληρή απέναντι σε εκείνη και το δεύτερο παιδί της. Ο Μάριος σκοτώθηκε μπροστά στα μάτια του.
Εκείνο το καημένο παιδί, ο αδελφός μου -γιατί τον αγαπώ, αυτό το παιδί δεν έφταιξε ποτέ σε τίποτα, είδε τον πατέρα του να φεύγει μέσα από την αγκαλιά του. Με πιο σκληρό τρόπο από όσο η φυγή της δικής μου μητέρας.
Δεν ένιωσα ικανοποίηση για αυτήν την εξέλιξη. Δεν ήθελα να το πληρώσει έτσι, μάνα μου ήταν στην τελική. Μετά από αυτό τη συγχώρεσα. Τη συγχώρεσα αλλά δεν ξέχασα. Δεν ξέχασα τον πόνο που προκάλεσε σε μένα και στον πατέρα μου.
Σ’ αυτόν τον πατέρα που θα ήθελα να ζήσει για πάντα…»









