«Όχι, άλλο μπαμπά, φώναζα με τη μύτη μου να τρέχει αίμα»

«Κι εμείς που φάγαμε ξύλο τι πάθαμε;» Μία λογική του παραλόγου που δικαιολογεί τα αδικαιολόγητα και κάπως έτσι έγινε μία «πιπίλα» στο στόμα του κάθε γονιού που ασκούσε βία στο παιδί του για να πειθαρχήσει.

Μία μαμά – αναγνώστρια βίωσε ένα περιστατικό σε μικρή ηλικία από τον ίδιο τον πατέρα της, κάτι που της «έμαθε» ότι ο καλύτερος τρόπος για να σε ακούσει το παιδί σου είναι η αγάπη.

«Αυτό που έζησα στην πολύ τρυφερή μου ηλικία, δεν θα ευχόμουν να το ζήσει κανένα παιδί. Να μη συμβεί ούτε στον χειρότερο εχθρό μου. Δεν ξέρω το λόγο που οι γονείς παλιότερα αντιδρούσαν με τόσο ξύλο. Τι ήταν; Μόδα; Ένας «επιβεβλημένος» -δεν ξέρω από πού- τρόπος πειθαρχίας ή τιμωρίας;

Τι προσέφερε στο παιδί ή τον ίδιο το γονιό το ξύλο; Να απλώσεις το χέρι σου με βαναυσότητα στο πρόσωπο ενός ανυπεράσπιστου παιδιού, επειδή είναι δικό σου; Ακριβώς για αυτό θα έπρεπε να το προσταυτεύεις.

Ήμουν τόσο μικρή – 2-3 ετών – που ό,τι θυμάμαι ήταν πολύ λίγα πράγματα, με τα περισσότερα να τα μαθαίνω αργότερα από τη διήγηση της θείας μου, αδελφής του μπαμπά μου.  Με δάκρυα στα μάτια μού αποκάλυψε αυτήν την ημέρα της ζωής μου που έμελε να αλλάξει ολόκληρη την ιδιοσυγκρασία μου. Ήμουν εφηβάκι, όταν η θεία μού είπε τις λεπτομέρειες εκείνης της μέρας. 

Ήμασταν στη γιαγιά με τον πατέρα μου. Τη γιαγιά που δεν μπορούσε να με κρατήσει στην αγκαλιά της για πολλή ώρα, καθώς είχε προβλήματα υγείας, μεταξύ άλλων και Πάρκινσον.  Εμένα, όμως, που τη λάτρευα, μού άρεσε να κάθομαι να παίζω ήσυχη στο σπίτι, να γελάμε με τον παππού και να χαζεύω τις γάτες στον μικρό κήπο.

Μία Κυριακή πρωί είχαμε πάει να τη δούμε. Καθίσαμε μία ώρα. Ο πατέρας μου βιαζόταν να φύγει, γιατί ήθελε να δει έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Έπαιζε η ομάδα του. Εγώ ήθελα να μείνω στη γιαγιά λίγο ακόμη. Τον παρακαλούσα να καθίσω λίγο ακόμη να παίξω με τον παππού. Εκείνος θύμωσε πολύ, λες και έκανα κάτι κακό.

Άρχισε να με χτυπάει με όλη του τη δύναμη, στο πρόσωπο και στον ποπό. Λόγω μίας ευαισθησίας των αγγείων, οι ρινορραγίες μου ήταν πολύ συχνές, ακόμη και στις πιο απλές αντιδράσεις. Δεν έπρεπε ούτε να γελάω πολύ, ούτε να κλαίω πολύ. Πλάνταξα στο κλάμα μέχρι που άρχισε να τρέχει η μύτη μου ποτάμι. 

«Όχι, άλλο μπαμπά, όχι άλλο», φώναζα κλαίγοντας και με τη μύτη ματωμένη. Μέχρι που με άρπαξε η θεία μου από τα χέρια του και με έχωσε στην αγκαλιά της. Μου έσφιξε τη μύτη για να σταματήσει η αιμορραγία και τον έδιωξε από το σπίτι.

Με κράτησε η θεία εκείνη την ημέρα. Τηλεφώνησε στη μητέρα μου και της είπε ότι θα έμενα μαζί της. Περάσαμε να πάρουμε μία αλλαξιά ρούχα, επειδή αυτά που φορούσα είχαν γεμίσει αίματα και πήγαμε στο σπίτι της.

Η θεία μού έφτιαξε το αγαπημένο μου φαγητό, παίξαμε με τη γάτα στην αυλή, με πήγε στην παιδική χαρά και το βράδυ μου διάβασε παραμύθια. 

Δεν ξέχασα ποτέ όσα μού είπε. Και ίσως να της χρωστάω το γεγονός, ότι εγώ η ίδια απεμπόλησα αυτήν την πρακτική στα δικά μου παιδιά. Δεν έχω σκεφτεί ποτέ να αγγίξω ούτε μία τρίχα από τα μαλλιά τους.

Υπάρχουν χιλιάδες τρόποι να σε ακούσει και να πειθαρχήσει ένα παιδί, χωρίς να του τραυματίσεις τόσο το σώμα, όσο και την ψυχή».