Οι περισσότερες γυναίκες κατά την εγκυμοσύνη εναποθηκεύουν περίπου 2-4 κιλά λίπους, το οποίο αργότερα θα χρησιμοποιηθεί για να παρέχει ένα μέρος της επιπλέον ενέργειας που θα είναι αναγκαία κατά το θηλασμό. Έχει υπολογισθεί ότι το εναποθηκευμένο λίπος προσδίδει 200-300 θερμίδες την ημέρα για μία περίοδο θηλασμού 3 μηνών. Αυτό το ποσό πληρεί εν μέρει τις ενεργειακές ανάγκες της μητέρας και το υπόλοιπο πρέπει να προέλθει από την καθημερινή διατροφή κατά τους 3 πρώτους μήνες του θηλασμού. Εάν ο θηλασμός διαρκέσει περισσότερο από 3 μήνες ή εάν το σωματικό βάρος της θηλάζουσας μειωθεί κάτω από το ιδανικό για το ύψος της, τότε η ενεργειακή της πρόσληψη μέσω της τροφής πρέπει να αυξηθεί.
Για την παραγωγή 100ml γάλακτος (67 θερμίδες) καταναλώνονται από τη μητέρα 85 θερμίδες, σημειώνει η Δένα Χατζηκώστα Κυριάκου, Κλινική Διαιτολόγος – Διατροφολόγος. Η μέση ημερήσια παραγωγή γάλακτος για τους πρώτους 6 μήνες είναι περίπου 750ml και μπορεί να κυμαίνεται από 550-1200ml. Ο όγκος του γάλακτος που παράγεται από τη μητέρα εξαρτάται από τη συχνότητα των θηλασμών, επομένως όσο περισσότερο θηλάζει το βρέφος, τόσο μεγαλύτερη είναι και η παραγωγή γάλακτος. Κατά το δεύτερο εξάμηνο του θηλασμού, η παραγωγή γάλακτος συνήθως μειώνεται σε 600ml ημερησίως, ενώ σ’ αυτή τη χρονική περίοδο τα περισσότερα βρέφη αρχίζουν να καταναλώνουν και στερεά τροφή, με αποτέλεσμα η συχνότητα του θηλασμού να μειώνεται.
Η άποψη ότι ο θηλασμός ευνοεί την απώλεια βάρους δεν είναι πλήρως εξακριβωμένη. Σε γενικές γραμμές, οι περισσότερες γυναίκες χάνουν περίπου 1 κιλό το μήνα, τους πρώτους 4-6 μήνες θηλασμού. Πάντως, η απώλεια σωματικού βάρους μετά την αρχική μείωση, δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 1-1,5 κιλό το μήνα για τους πρώτους 6 μήνες του θηλασμού. Ανεξάρτητα από το βάρος που είχε μια γυναίκα πριν από την εγκυμοσύνη, όσο περισσότερο βάρος πάρει κατά την εγκυμοσύνη, τόσο περισσότερο θα χάσει μετά τον τοκετό.
Απαιτήσεις σε πρωτεΐνες, λιπίδια, υδατάνθρακες, βιταμίνες και ανόργανα στοιχεία
Πρωτεΐνη
Για να υπολογισθούν οι μέσες ημερήσιες ανάγκες σε πρωτεΐνη, λαμβάνεται υπόψη η σύσταση του μητρικού γάλακτος και το γεγονός ότι παράγονται 750ml γάλακτος καθημερινά, θέτοντας όμως ως προϋπόθεση ότι το 70% της πρωτεΐνης από την τροφή μετατρέπεται σε πρωτεΐνη γάλακτος. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόσληψη πρωτεΐνης πρέπει να είναι 0,8 γρ./κιλό σωματικού βάρους, κατά τη διάρκεια του θηλασμού απαιτείται αύξηση της πρωτεϊνικής πρόσληψης της μητέρας μέσω της διατροφής κατά 15-20 γρ. την ημέρα για τους 6 πρώτους μήνες του θηλασμού και κατά 12 γρ. την ημέρα για τους επόμενους. Αν η πρόσληψη δεν είναι η ενδεδειγμένη, η αυξημένη αυτή ανάγκη μπορεί να καλυφθεί με την καθημερινή κατανάλωση 3-4 φλιτζανιών γάλακτος επιπλέον.
Λιπίδια
Η σύνθεση της δίαιτας της μητέρας δεν επηρεάζει τη συνολική περιεκτικότητα του λίπους ή τον όγκο του μητρικού γάλακτος. Αντίθετα, επηρεάζει την αναλογία των λιπαρών οξέων. Για παράδειγμα, όταν μητέρες ακολουθούσαν δίαιτες πλούσιες σε έλαια φυτικής προελεύσεως, το γάλα τους ήταν πλούσιο σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα. Η ποσότητα της χοληστερόλης στο μητρικό γάλα, η οποία είναι υψηλή, μειώνεται με την πάροδο του χρόνου.
Υδατάνθρακες
Η πρόσληψη υδατανθράκων από τη δίαιτα της θηλάζουσας δεν επηρεάζει την περιεκτικότητα του μητρικού γάλακτος σε υδατάνθρακες. Η λακτόζη είναι ο κύριος υδατάνθρακας του μητρικού γάλακτος και βρίσκεται σε περιεκτικότητα 70 γρ. ανά λίτρο γάλακτος.

Βιταμίνες και ανόργανα στοιχεία
Λιποδιαλυτές βιταμίνες
Η περιεκτικότητα του μητρικού γάλακτος σε βιταμίνη Α εξαρτάται από τη διαιτητική πρόσληψη και τα αποθέματα της μητέρας. Για να καλυφθούν οι ανάγκες της μητέρας και για να υπάρχει επάρκεια βιταμίνης Α στο γάλα, η μητέρα χρειάζεται να παίρνει με τη δίαιτά της 500-600 mg RE (ισοδύναμα δραστικότητας ρετινόλης) επιπλέον καθημερινά.
Η περιεκτικότητα σε βιταμίνη D εξαρτάται επίσης από τη διαιτητική πρόσληψη και τα αποθέματα της μητέρας. Όμως, αν και η περιεκτικότητα του μητρικού γάλακτος σε βιταμίνη D είναι πολύ χαμηλή, εντούτοις δε συνιστάται αύξηση στην πρόσληψη της, παρά μόνο στην περίπτωση που η μητέρα δεν εκτίθεται σε ικανοποιητικό βαθμό στον ήλιο.
Η περιεκτικότητα σε βιταμίνη Ε εξαρτάται επίσης από τη διαιτητική πρόσληψη. Κατά τη διάρκεια του θηλασμού συστήνεται μια μικρή αύξηση στην πρόσληψη της.
Η περιεκτικότητα του μητρικού γάλακτος σε βιταμίνη Κ είναι ανεπαρκής για τις ανάγκες του βρέφους, ακόμα και όταν η μητέρα προσλαμβάνει αρκετή με τη δίαιτα της. Για το λόγο αυτό, όλα τα νεογέννητα πρέπει να λαμβάνουν επιπρόσθετα βιταμίνη Κ.
Υδατοδιαλυτές βιταμίνες
Όπως και στην περίπτωση των λιποδιαλυτών βιταμινών, έτσι και η συγκέντρωση των υδατοδιαλυτών βιταμινών στο μητρικό γάλα εξαρτάται από τη διαιτητική πρόσληψη της μητέρας. Αν η δίαιτα της θηλάζουσας είναι πολύ φτωχή σε διάφορες βιταμίνες, αυτό θα έχει επιπτώσεις και στη σύσταση του γάλακτος της.
Ανόργανα στοιχεία
Σε γενικές γραμμές, η περιεκτικότητα του μητρικού γάλακτος σε ανόργανα στοιχεία δεν επηρεάζεται από τη διαιτητική πρόσληψη της μητέρας, όπως για παράδειγμα στις περιπτώσεις του ασβεστίου, του φωσφόρου και του μαγνησίου. Επίσης, δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι η πρόσληψη ασβεστίου από τη μητέρα επηρεάζει την οστική πυκνότητα της κατά την περίοδο του θηλασμού. Φυσιολογικά, κατά τους 3-6 πρώτους μήνες του θηλασμού η οστική πυκνότητα της μητέρας μπορεί να μειωθεί κατά 1-5%. Όμως αυτή η μείωση είναι παροδική και αναστρέψιμη μετά το πρώτο διάστημα του θηλασμού και κατά τον απογαλακτισμό. Η ικανοποιητική πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D θεωρείται σημαντική για την αναπλήρωση των απωλειών του ασβεστίου. Τα γαλακτοκομικά προϊόντα είναι η καλύτερη πηγή, αλλά εάν δεν είναι ανεκτά από τη μητέρα, τότε θα πρέπει να βρει επιπρόσθετες πηγές ασβεστίου στα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, στα όσπρια και σε ορισμένα αποξηραμένα φρούτα.
Η περιεκτικότητα του μητρικού γάλακτος σε σίδηρο παραμένει σταθερή, ανεξάρτητα από τη διαιτητική πρόσληψη, διότι το σώμα της μητέρας προσαρμόζεται στις ανάγκες του βρέφους, κάτι το οποίο ενδεχομένως μπορεί να επηρεάσει την κατάσταση της υγείας της ίδιας. Όμως, η μητέρα πρέπει να προσέξει την πρόσληψη σιδήρου μέσω της διατροφής της, και για να αποκαταστήσει τις απώλειες του εναποθηκευμένου στο σώμα της σιδήρου που υπήρξαν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Συνήθειες που πρέπει να αποφεύγονται κατά το θηλασμό
Κάπνισμα
Το κάπνισμα μειώνει τον όγκο του γάλακτος, επομένως οι γυναίκες που καπνίζουν ενδεχομένως δεν παράγουν την ποσότητα γάλακτος που είναι αναγκαία, ώστε το βρέφος να προσλαμβάνει την ενέργεια που χρειάζεται. Ακόμα και το παθητικό κάπνισμα έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζει την υγεία του βρέφους και αυξάνει τον κίνδυνο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου. Οι γυναίκες που καπνίζουν έχουν χαμηλά επίπεδα προλακτίνης, που μπορεί να μειώσουν τη διάρκεια του θηλασμού, καθώς επίσης και τη διάρκεια της αμηνόρροιας λόγω του θηλασμού. Επίσης, τα επίπεδα της βιταμίνης C στο γάλα τους είναι μικρότερα από αυτά του γάλακτος που προέρχεται από γυναίκες που δεν καπνίζουν. Σε μητέρες που θηλάζουν πρέπει να συσταθεί να σταματήσουν ή να μειώσουν το κάπνισμα.
Οινόπνευμα
Το οινόπνευμα μπορεί εύκολα να περάσει στο γάλα. Έχει αποδειχθεί ότι η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο γάλα φτάνει στο μέγιστο μέσα σε 1 ώρα μετά την πρόσληψη από τη μητέρα. Σε μια μελέτη φάνηκε ότι η πρόσληψη ακόμα και μικρών ποσοτήτων οινοπνεύματος (ισοδύναμες με ένα κουτί μπύρας) από τη μητέρα, μείωσε την πρόσληψη γάλακτος από το βρέφος. Οι ερευνητές έδωσαν 3 πιθανές εξηγήσεις γι’ αυτό:
• Το οινόπνευμα άλλαξε τη γεύση του μητρικού γάλακτος και τα βρέφη δεν την αποδέχονταν.
• Τα βρέφη μεταβόλιζαν το οινόπνευμα ανεπαρκώς και αυτό μείωσε την ανταπόκρισή τους.
• Το οινόπνευμα μπορεί να μειώνει την παραγωγή γάλακτος. Είναι γνωστό ότι το οινόπνευμα μειώνει την απελευθέρωση ωκυτοκίνης.
Καφεΐνη
Η πρόσληψη καφεΐνης μπορεί να επηρεάσει το βρέφος. Επομένως και κατά την εγκυμοσύνη, η κατανάλωση καφεΐνης θα πρέπει να είναι μέτρια (περίπου 1-2 φλιτζάνια καφέ, για παράδειγμα, την ημέρα).









