«Όσο δικαίωμα έχουν οι γιοι σας να φορούν βερμούδες, άλλο τόσο και η κόρη μου να φορά σορτσάκι»

«Ξαφνικά ξυπνάω και είμαι 14. Κοιτάω το σώμα μου και δε μπορώ να θυμηθώ πότε φούσκωσε το στήθος μου και πότε ξεκίνησαν να πολλαπλασιάζονται οι τρίχες. Δε μπορώ να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που πήγα στην παραλία χωρίς το μπουστάκι από το μαγιό μου, για να μην κάνω σημάδι. Πότε ήταν η τελευταία φορά που ήταν «εντάξει» να φορέσω κοντό σορτσάκι ή κοντό μπλουζάκι, για να μην είμαι «προκλητική».

Θυμάμαι το μπαμπά μου σε παιδικό πάρτι γενεθλίων κάπου στα 10 μου. Να κάθεται για ώρα ήσυχος πίσω από την κερασμένη του μπύρα και να παρακολουθεί τη συζήτηση άλλων γονιών.

Και ξαφνικά να βγάζει φωτιές από τα μάτια του, για συζήτηση σχετικά με κορίτσι που είχε βιαστεί και δολοφονηθεί γιατί τα «ήθελε».

Τον θυμάμαι να απευθύνεται με αυστηρό ύφος σε άλλη νεαρή μαμά δυο μικρών αγοριών και να της λέει ότι όσο δικαίωμα θα έχουν οι γιοί της να φοράνε βερμούδες και να κυκλοφορούν χωρίς μπλούζα το καλοκαίρι, άλλο τόσο δικαίωμα θα έχει και η δική του κόρη να φοράει σορτσάκια και αμάνικα! «Δικαίωμα να ζεσταινόμαστε, έχουμε όλοι! Δε νομίζετε;» είχε πει με ειρωνεία και είχε φύγει από την παρέα.

Στο γυρισμό είχαμε κάνει μια τεράστια κουβέντα στο αυτοκίνητο για τη λατρεμένη λέξη της μαμάς. «Όχι!» Και το «όχι» της μαμάς μου δεν έκρυβε ποτέ ένα «ίσως», ένα «θα δούμε» ή ένα «σε λίγο θα αλλάξω γνώμη».

Ήταν πάντα κοφτό και απόλυτο. «Μαμά να φάω γλυκό;» «Όχι». «Μαμά να δω κι άλλη ταινία;» «Όχι». «Μαμά μπορώ απόψε να μην κάνω μπάνιο;» «Όχι». Ο μπαμπάς είχε μάλιστα αστειευτεί πως όταν της έκανε πρόταση γάμου, έτρεμε μην τυχόν και του πει «όχι!»

Σε όλα της τα «όχι» ήξερα ότι δεν υπάρχει το «μπορεί». Υπήρχε όμως αντίστοιχα το «μπορεί» όταν όντως δεν είχε αποφασίσει για κάτι. Και το «ναι», όταν ήταν απόλυτα σύμφωνη. Και αυτό ήταν κανόνας! Χωρίς εξαίρεση!

Εκείνο το βράδυ μετά το πάρτι, ο μπαμπάς μου εξήγησε ότι κάποιοι στο μέλλον, ίσως προσπαθήσουν να με πείσουν ότι ορισμένα πράγματα, δε θα πρέπει να τα κάνω, γιατί θα προκαλώ. Αλλά ήταν ξεκάθαρος ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο δικό μου από το σώμα μου. Και δεν άνηκε σε κανέναν άλλον, πέρα από εμένα! Και μόνο εγώ θα είμαι υπεύθυνη γι’ αυτό! Για τα κιλά μου, για το αν θέλω να το γυμνάσω, αν αποφασίσω να κάνω τατουάζ και φυσικά για το πώς θα το ντύνω.

Και έτσι βρέθηκα στα 14. Να μαθαίνω πως στην πόλη μου, ακούμπησαν ένα κορίτσι στην ηλικία μου. Παραπάνω από ένα αγόρι! Ταυτόχρονα! Φυσικά… εκείνη τα «ήθελε».

Ναι! Ομολογώ ότι το όνειρο κάθε 14χρονης είναι να τη χουφτώνουν πολλές παλάμες, να της ανεβάζουν τη μπλούζα ή να της κατεβάζουν το παντελόνι σε κοινή θέα και να χώνουν τη γλώσσα τους όπου βρουν. Κι εγώ δε σας το κρύβω! Κάθε πρωί που ξυπνάω σκέφτομαι τα σάλια των συμμαθητών μου στο πρόσωπο μου και τις χυδαίες λέξεις που έχουν μάθει πολύ πιο εύκολα από δύο συλλαβές ευγένειας!

Πάνω από όλα όμως το όνειρο μου είναι να βρεθώ κάπου, που θα με φοβίζουν πολλά αγόρια μαζί!!!! Δε ξέρω ποιος μπαμπάς και ποια μαμά πιστεύει ότι ένα κορίτσι στην ηλικία μου «τα θέλει!»

Σε ένα κορίτσι στην ηλικία μου, μπορεί να αρέσει ένα αγόρι. Μπορεί να της αρέσουν και παραπάνω από ένα αγόρια! Μπορεί να βάφεται, μπορεί να καπνίζει και να φαίνεται μεγαλύτερη από την ηλικία της! Μπορεί να βρίζει, να φτύνει, να έχει δεκάδες σκουλαρίκια! Μπορεί να έχει βάψει και τα μαλλιά της! Και το ξέρω, γιατί έχω τέτοιες συμμαθήτριες! Που καμιά φορά με θυμώνουν και καμία φορά με στεναχωρούν. Γιατί κάποιες από αυτές θέλουν να τραβήξουν την προσοχή. Όχι όμως των αγοριών, αλλά των γονιών τους…

Αυτά όμως τα συνομήλικα κορίτσια έχουν κάτι κοινό με εμένα κι ας μη βιάζομαι τόσο πολύ να μεγαλώσω. Έχουν το χώρο τους! Το δικό τους χώρο! Που είναι το σώμα τους! (Είδατε πόσα μαθαίνεις στη θεατρική αγωγή;)

Εμένα το σώμα μου είναι ωραίο. Το βλέπω στον καθρέφτη. Και στις φωτογραφίες. Και οι δικοί μου μου το λένε συχνά. Και μου αρέσουν τα πόδια μου! Ειδικά όταν φοράω φούστες! Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θέλω τα αγόρια της τάξης μου, να πιάσουν τα πόδια μου!

Πώς μπορεί παιδιά λίγο μικρότερα ή λίγο μεγαλύτερα από εμένα να συμμετέχουν σε ένα παιχνίδι ενάντια σε έναν άνθρωπο; Τί μπορεί να σκέφτονται την ώρα που έχουν μαζευτεί γύρω από ένα κορίτσι και όλοι μαζί του κάνουν πράγματα; Τί νιώθουν αν τη δουν να κλαίει, να σπρώχνει, να τρέμει; Τί μπορεί να ακούνε την ώρα που λέει «δε μου αρέσει αυτό που κάνετε;» «Σταματήστε» «Δε θέλω;» «ΟΧΙ;»

Τα απογεύματα συχνάζω στο προαύλιο ενός παλιού σχολείου. Δεν έχει φύλακα, ούτε κάποιον ενήλικα να μας προσέχει. Πάω με την καλύτερη μου φίλη και εκεί συναντώ πολλά άλλα παιδιά. Και πολλά από αυτά δεν τα ξέρω. Ξέρω ότι είναι ντροπή για τους δικούς μου γονείς που με αφήνουν να πηγαίνω εκεί. Είναι ντροπή και για όσα ακόμα κορίτσια συχνάζουν. Τί δουλειά έχουμε εμείς εκεί, αν δεν επιθυμούμε να προκαλέσουμε τους συμμαθητές μας; Που εννοείται πως εκείνοι έχουν κάθε δικαίωμα να συχνάζουν στα ίδια αφύλακτα κτίρια…

Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που οι δικοί μου οι γονείς μου οριοθέτησαν από όταν ήμουνα μικρή και μου είπαν να βαδίζω σε αυτή. Τη γραμμή αυτή την ονόμασαν «Ελευθερία». Και αυτή η γραμμή δε έχει ούτε φύλο, ούτε ηλικία, ούτε κάποιου είδους «παρεξήγηση».

Σκέφτομαι συνέχεια το μπαμπά μου. Και μαζί το μπαμπά εκείνης της δεκατετράχρονης, που θα πρέπει να βρει όλη του τη δύναμη, για να μην «αγγίξει» τα αγόρια, που άγγιξαν το κορίτσι του! Θα πρέπει να πείσει την κόρη του ότι δε φταίει εκείνη για ότι έγινε.

Και πάνω από όλα να τη βοηθήσει να μη φοβάται τους άντρες…»

Πηγή: Free Mind