Οι επιπτώσεις των lockdown στα παιδιά ήταν δραματικές: Τι έδειξαν τα αποτελέσματα της αξιολόγησης στην Κύπρο

Οι επιπτώσεις των lockdown στα παιδιά ήταν δραματικές: Τι έδειξαν τα αποτελέσματα της αξιολόγησης στην Κύπρο

Την έκθεση για την Αξιολόγηση Αντικτύπου στα Δικαιώματα του Παιδιού (CRIA) κατά τη διάρκεια της πανδημίας, σε συνεργασία με το Δίκτυο Ευρωπαίων Επιτρόπων για το Παιδί και τη UNICEF, παρουσίασε η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, Δέσπω Μιχαηλίδου.

Η αξιολόγηση άρχισε δέκα μήνες μετά την έναρξη της πανδημίας στην Κύπρο, τον Μάρτιο του 2020, και τα ευρήματά της προέρχονται από παιδιά και επαγγελματίες που εργάζονται με παιδιά, δηλαδή 3.320 παιδιά (ηλικίας 3-18 ετών), 61 επαγγελματίες και τρεις γονείς που παρείχαν πληροφορίες για τους σκοπούς του παρόντος έργου. Επιπρόσθετη πληροφόρηση παραχωρήθηκε και από οργανισμούς που ασχολούνται ή παρέχουν υπηρεσίες σε παιδιά.

Όπως φαίνεται από την αξιολόγηση, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού, επηρεάστηκε το βιοτικό επίπεδο οικογενειών με μειωμένο εισόδημα, άλλαξε η μορφή του παιχνιδιού, αφού οι ηλεκτρονικές συσκευές «κατέκτησαν» τα παιδιά, αυξήθηκαν τα περιστατικά κακοποίησης παιδιών, δεν υπήρξε στήριξη σε κακοποιημένα παιδιά των κέντρων υποδοχής και διαπιστώθηκε πως η διαδικτυακή εκπαίδευση για παιδιά με αναπηρία απέτυχε.

Απέτυχε η διαδικτυακή εκπαίδευση

Όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, η αξιολόγηση διαπιστώνει πως η ποιότητα της παρεχόμενης διαδικτυακής εκπαίδευσης δεν είναι ισάξια με εκείνη της εκπαίδευσης που παρέχεται εντός του φυσικού χώρου του σχολείου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το σχολικό σύστημα να μην επιτύχει τους στόχους της εκπαίδευσης όπως αυτοί περιγράφονται στη Σύμβαση.

Παρά την εστίασή της στην απόκτηση γνώσης, η διαδικτυακή εκπαίδευση απέτυχε ουσιαστικά να το προσφέρει σε όλα τα παιδιά, και ιδιαίτερα για συγκεκριμένες ομάδες παιδιών όπως παιδιά με αναπηρία, μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες, παιδιά που δεν είναι μητρικοί ομιλητές της ελληνικής γλώσσας, μαθητές με χαμηλή ακαδημαϊκή επίδοση, παιδιά χωρίς γονική υποστήριξη και μικρότερα σε ηλικία παιδιά.

Παράλληλα διαπιστώθηκε πως, η μη χρήση καμερών είχε πολλαπλές επιπτώσεις στη μάθηση των παιδιών και στην παροχή υποστήριξης από το σχολικό σύστημα. Το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και στην προστασία των δεδομένων δεν σταθμίστηκε με άλλα δικαιώματα του παιδιού, αποτέλεσμα έλλειψης συνεκτίμησης όλων των παραγόντων για τη διασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.

Επίσης, διαπιστώθηκε πως υπήρξε συνήθης πρακτική για τα δημοτικά σχολεία η χρήση φύλλων εργασίας που αναμενόταν να εκτυπώσουν οι οικογένειες, γεγονός που προκάλεσε μεγάλες δυσκολίες σε πολλές ομάδες παιδιών. Οι εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες δεν εντοπίστηκαν για δύο συνεχόμενα χρόνια, επειδή η διαδικτυακή εκπαίδευση περιπλέκει αυτή τη διαδικασία, με τελικό αποτέλεσμα τα παιδιά να μένουν χωρίς επαρκή υποστήριξη, αναφέρεται.

Επηρεάστηκε το βιοτικό επίπεδο οικογενειών με μειωμένο εισόδημα

Τα μέτρα του lockdown οδήγησαν σε μείωση του εισοδήματος για συγκεκριμένο αριθμό οικογενειών, αφού αμέσως δημιουργήθηκαν και ανακοινώθηκαν μηχανισμοί και προγράμματα στήριξης αυτών των οικογενειών, διαπιστώνει η αξιολόγηση.

Ορισμένες ομάδες, όπως άτομα που εργάζονταν ως εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης πριν από την πανδημία, άτομα που εργάζονταν ως οικιακοί βοηθοί, σε ΜΚΟ ή απασχολούνταν σε συνδικάτα, πολιτικά κόμματα ή φιλανθρωπικά ιδρύματα, αποκλείστηκαν από ορισμένα προγράμματα στήριξης. Παρατηρήθηκαν, επίσης, καθυστερήσεις σε δημόσιους μηχανισμούς πρόνοιας ή εντοπισμού οικογενειών που είχαν ανάγκη κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Η ποιότητα και η ποσότητα της κατανάλωσης τροφίμων επηρεάστηκε είτε αρνητικά στα νοικοκυριά με μειωμένο εισόδημα, είτε θετικά για τα νοικοκυριά που επέλεγαν να μαγειρεύουν τα περισσότερα γεύματά τους, ενώ παράλληλα το κλείσιμο των σχολείων σήμαινε απώλεια πρόσβασης στα σχολικά γεύματα, στα οποία βασίζονταν ορισμένες οικογένειες. Αυτή η οικονομική δυσπραγία που διαπιστώθηκε σε κάποιες οικογένειες υπήρξε παράγοντας άγχους για τα παιδιά και διατάραξε τις οικογενειακές σχέσεις.

Επίσης, η χρήση μασκών για την εκτέλεση καθημερινών ρουτινών αποτέλεσε μια αναγκαιότητα που πολλές οικογένειες δεν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά, αναφέρεται στα ευρήματα.

Άλλαξε η μορφή του παιχνιδιού

Λόγω της πανδημίας, οι παιδικές χαρές και τα πάρκα παρέμειναν κλειστά για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και μετά την έναρξη λειτουργίας των περισσότερων υπηρεσιών. Το παιχνίδι απαγορεύτηκε σε μεγάλο αριθμό δημοτικών σχολείων κατά τη διάρκεια του διαλείμματος για λόγους κοινωνικής αποστασιοποίησης, έτσι τα παιδιά περιορίστηκαν και «ακινητοποιήθηκαν», διαπιστώνεται.

Παράλληλα, η μορφή του παιχνιδιού άλλαξε τόσο σε νηπιαγωγεία, προδημοτικές όσο και δημοτικά σχολεία και έγινε μια ατομική πράξη. Η μη χρήση του παιχνιδιού είτε εγγενώς από τα παιδιά είτε μέσω της διδασκαλίας, στέρησε από τα μικρότερα παιδιά την ανάπτυξη δεξιοτήτων μέσω του παιχνιδιού.

Κατά τη διάρκεια των μέτρων περιορισμού, τόσο τα μικρότερα όσο και τα μεγαλύτερα παιδιά στράφηκαν σε ηλεκτρονικές συσκευές κατά τον ελεύθερο χρόνο τους. Μια μορφή αναψυχής που «κατέκτησε» τη ζωή τους, ακόμη και μετά το τέλος του lockdown, την ίδια ώρα που τα απογευματινά αθλήματα, οι τέχνες και οι πολιτιστικές δραστηριότητες, μέρος της ανάπτυξης των παιδιών, περιορίστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Επιπρόσθετα διαφάνηκε πως δεν προβλέφθηκαν εξαιρέσεις για παιδιά αθλητές, παιδιά που είχαν επιλέξει αυτές τις δραστηριότητες ως μελλοντική τους καριέρα, περιπτώσεις που αυτές οι δραστηριότητες χρησιμοποιήθηκαν θεραπευτικά ή ως εργαλείο ενδυνάμωσης για την ανάπτυξη της ανθεκτικότητας των παιδιών σε περιπτώσεις τραύματος.  Οι περιορισμοί συχνά συνεπάγονταν σε διακρίσεις λόγω ηλικίας, καθώς οι εξωσχολικές δραστηριότητες των ενηλίκων επιτρέπονταν σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά όχι εκείνες των παιδιών.

Αύξηση περιστατικών κακοποίησης

Μια από τις σημαντικές αναφορές της αξιολόγησης αφορά την αύξηση στις αναφορές κακοποίησης (ενδοοικογενειακή βία και σεξουαλική κακοποίηση).

Η διακοπή της εκπαίδευσης στον φυσικό χώρο του σχολείου επηρέασε τον εντοπισμό και την αναφορά της κακοποίησης από τα ίδια τα παιδιά, καθώς το σχολείο έχει αναφερθεί ότι αποτελεί ένα από τα κύρια μέσα υποβολής καταγγελιών προς την αρμόδια Αρχή. Το σχολείο λειτουργεί και ως δίκτυο υποστήριξης, και το κλείσιμό του αύξησε τα συναισθήματα απόγνωσης στα παιδιά θύματα.

Παράλληλα διαπιστώθηκε πως υπήρξαν καθυστερήσεις σε όλα τα στάδια της έρευνας για καταγγελίες για βία σε παιδιά, συμπεριλαμβανομένης της εκδίκασης των υποθέσεων. Οι οικογενειακές σχέσεις και η ανατροφή των παιδιών επιδεινώθηκαν για πολλά παιδιά, λόγω του εκτεταμένου χρόνου που περνούσαν κλεισμένα μαζί με τις οικογένειές τους χωρίς εναλλακτικές λύσεις και του συσσωρευμένου άγχους που προκλήθηκε από την αστάθεια της καθημερινής ζωής που προέκυψε από την πανδημία.

Πέραν από τα περιστατικά κακοποίησης διαπιστώθηκε αύξηση του διαδικτυακού εκφοβισμού και της διαδικτυακής βίας, με τα παιδιά να μην είναι ικανά να αναγνωρίσουν τα φαινόμενα αυτά ως τέτοια.

Σχεδόν όλες οι οικογένειες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που το δίκτυο υποστήριξής τους παραδοσιακά περιλάμβανε μέλη της ευρύτερης οικογένειας, είχαν ελάχιστες ή καθόλου επιλογές για τη φροντίδα των παιδιών τους κατά τις ώρες εργασίας. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και μικρά σε ηλικία παιδιά έμειναν χωρίς επίβλεψη και εκτέθηκαν σε κακοποίηση.

Εκτέθηκαν σε παρενόχληση

Επίσης, άλλο ένα σοβαρό εύρημα είναι οι συνθήκες που επικρατούσαν στην απομόνωση των παιδιών σε ένα από τα δύο κέντρα υποδοχής αιτούντων άσυλο, έχοντας εκθέσει τα παιδιά σε σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση, λόγω της συνύπαρξής τους με ενήλικες στον ίδιο φυσικό χώρο και της έλλειψης γονικής επίβλεψης. Αυτό ίσχυε για τα παιδιά που βρέθηκαν θετικά και έπρεπε να απομονωθούν ή ήταν νεοαφιχθέντα στο κέντρο.

Η αξιολόγηση του ευάλωτου των παιδιών σε περιπτώσεις νεοαφιχθέντων σε συγκεκριμένο κέντρο υποδοχής δεν διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια των lockdown, αφήνοντας τα παιδιά χωρίς καμία στήριξη για τυχόν βλάβη ή και κακοποίηση που είχαν βιώσει προηγουμένως. Τα παιδιά χωρίς χαρτιά κλειδώθηκαν στα σπίτια τους χωρίς πρόσβαση σε υπηρεσίες ή δίκτυα υποστήριξης, με τις ανάγκες τους να μην διασφαλίζονται.

Βελτιώθηκε ο ποιοτικός χρόνος της οικογένειας, όχι για τα υπό προστασία παιδιά

Παρά την πανδημία, μέσα από την συγκεκριμένη αξιολόγηση διαπιστώθηκε πως οι οικογενειακές σχέσεις και ο ποιοτικός χρόνος της οικογένειας βελτιώθηκαν για ορισμένα παιδιά. Οι εργαζόμενοι γονείς δεν είχαν εναλλακτικά μέσα για τη φροντίδα των παιδιών τους, καθώς το παραδοσιακό σύστημα που παρείχαν τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας δεν ήταν διαθέσιμα λόγω των περιορισμών. Αυτή την ανεπάρκεια βίωσαν ιδιαίτερα οι μονογονεϊκές οικογένειες. Αυτή η απουσία εναλλακτικού συστήματος φροντίδας για τα παιδιά στην Κύπρο είχε ήδη σημειωθεί πολύ πριν από την έναρξη της πανδημίας.

Υπήρξαν, επίσης, καθυστερήσεις σε οικογενειακές δικαστικές αγωγές, με άμεσο αντίκτυπο στην οικογενειακή ζωή. Η επίδραση των περιορισμών στους διαζευγμένους γονείς αναγνωρίστηκε έγκαιρα και λήφθηκαν αντισταθμιστικά μέτρα για να επιτραπεί το δικαίωμα του παιδιού να διατηρεί επαφή και με τους δύο γονείς, αναφέρεται στην έκθεση.

Παράλληλα διαπιστώθηκε πως η επικοινωνία και η αλληλεπίδραση των γονέων με τα παιδιά τους στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Νεογνών και στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Παίδων διαταράχθηκε σοβαρά. Στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπονταν καθόλου οι επισκέψεις, ενώ στη δεύτερη επιτρεπόταν μόνο ένας γονέας, με το παιδί να παραμένει κλεισμένο σε δωμάτιο. Επίσης, δεν επιτρεπόταν στους γονείς να συνοδεύουν τα παιδιά τους στο χειρουργείο ή να βρίσκονται στις αίθουσες ανάνηψης λόγω των περιορισμών, με άμεσο αντίκτυπο στην ψυχική υγεία των παιδιών τους και, κατά συνέπεια, στη σωματική τους υγεία.

Παιδιά υπό φροντίδα δεν είχαν επαφή με τους βιολογικούς τους γονείς κατά τη διάρκεια των lockdown, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, διακόπηκε ακόμη και η τηλεφωνική επικοινωνία με τους βιολογικούς γονείς για τα παιδιά που βρίσκονταν σε αυτοπεριορισμό, αναφέρεται στα ευρήματα.

Ευνοήθηκε από τους περιορισμούς η αυταρχική γονεϊκή συμπεριφορά

Οι περιορισμοί μετακίνησης, όπως αναφέρεται στα ευρήματα της αξιολόγησης, εφαρμόστηκαν οριζόντια για όλα τα άτομα χωρίς εξαιρέσεις με βάση το μέγεθος και τη σύνθεση της οικογενειακής μονάδας, δημιουργώντας ιδιαίτερες δυσκολίες σε οικογένειες με περισσότερα παιδιά, οικογένειες με μικρότερα σε ηλικία παιδιά και οικογένειες παιδιών με αναπηρία.

Επίσης, οι περιορισμοί μετακίνησης που επιβλήθηκαν αρχικά για όλα τα άτομα χωρίς εξαιρέσεις, σύντομα τροποποιήθηκαν για να προβλεφθούν εξαιρέσεις μετακίνησης για συγκεκριμένες ομάδες παιδιών, όπως τα παιδιά με αναπηρία. Οι περιορισμοί και οι συγκεκριμένες πτυχές της πανδημίας ευνόησαν την αυταρχική γονεϊκή συμπεριφορά, η οποία ασκήθηκε σε μεγαλύτερο βαθμό.

Παράλληλα, οι περιορισμοί παρείχαν δικαιολογία για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων που μετέτρεψαν τα κέντρα υποδοχής παιδιών αιτούντων άσυλο σε κέντρα κράτησης, με αυστηρή απαγόρευση εισόδου ή εξόδου οποιουδήποτε ατόμου, ανεξάρτητα από τους κανόνες που ίσχυαν για τον γενικό πληθυσμό.

Τέλος, απαγορεύτηκαν οι επισκέψεις σε δομές παιδικής φροντίδας, συμπεριλαμβανομένων των επισκέψεων από βιολογικούς γονείς, με άμεση επίδραση στο δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή.

Μειωμένη άσκηση και αύξηση παχυσαρκίας

Σύμφωνα με τα βασικά ευρήματα της αξιολόγησης, στον τομέα της Υγείας, διαπιστώθηκε πως οι περιορισμοί επέτρεψαν στο σύστημα υγείας να ανταποκριθεί στην έκτακτη κατάσταση που προκλήθηκε από την κρίση, ωστόσο επικρατούσε ένας ευρέως διαδεδομένος φόβος μεταξύ των παιδιών σχετικά με τον ιό, και ιδιαίτερα ανάμεσα στα μικρότερα σε ηλικία παιδιά. Επίσης, διαπιστώθηκε πως οι χειρουργικές επεμβάσεις, μαζί με θεραπείες άλλων θεμάτων υγείας παιδιών αναβλήθηκαν, και οι οικογένειες είτε δεν ενημερώθηκαν καθόλου είτε δεν ενημερώθηκαν έγκαιρα για την αναβολή ή τον επαναπρογραμματισμό τους.

Παράλληλα υπήρξε μια τεράστια μείωση στις ευκαιρίες των παιδιών για σωματική άσκηση, η οποία δεν ήταν πλέον μέρος του καθημερινού τους προγράμματος και ρουτίνας. Λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με μια πρωτοβουλία του Π.Ο.Υ., η Κύπρος είχε ένα από τα υψηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας στην Ευρώπη πριν από την έναρξη της πανδημίας, η μείωση της σωματικής δραστηριότητας κατά την πορεία της πανδημίας μπορεί να έχει βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη σωματική υγεία των παιδιών.

Αυτό που διαπιστώνεται από την αξιολόγηση είναι πως αποτέλεσμα της εκτεταμένης χρήσης ψηφιακών μέσων από τα παιδιά παρατηρήθηκαν πονοκέφαλοι και επιπτώσεις στην όραση.

Ορισμένες ομάδες παιδιών με μεταναστευτικό και προσφυγικό βιογραφικό, παιδιά αιτούντα άσυλο και παιδιά χωρίς χαρτιά, δεν είναι εγγεγραμμένα στο σύστημα υγείας και έτσι οι αποφάσεις που ελήφθησαν για την προστασία της υγείας του γενικού πληθυσμού (π.χ. PCR τεστ, πρόγραμμα εμβολιασμού κ.λπ.) απέκλεισαν αυτές τις ομάδες, οι οποίες δεν είχαν πρόσβαση ούτε σε πληροφορίες σε γλώσσα που κατανοούσαν, ούτε σε υπηρεσίες όπου μπορούσαν να αναφέρουν την κατάσταση της υγείας τους.

Επίσης διαπιστώθηκε πως, τα παιδιά που είχαν λάβει προηγουμένως ψυχολογική υποστήριξη ή και καθοδήγηση από κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους αντιμετώπισαν διακοπή αυτής της υποστήριξης κατά το πρώτο lockdown, ενώ σε άλλες περιπτώσεις υπήρξε καθυστέρηση στον προγραμματισμό των ραντεβού για την παροχή ψυχολογικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών σε παιδιά θύματα βίας.

Διαβάστε ακόμα:

Ο αγαπημένος ήρωας των παιδιών έρχεται φέτος το Πάσχα στο MYMALL Limassol!

«Κραυγή» από την Αγκαλιά Ελπίδας για τις φυσιοθεραπείες σε ασθενείς με εγκεφαλική παράλυση

Έχετε μοναχοπαίδι; Δεν φαντάζεστε πόσο τυχεροί είστε…