Για να γίνεις καλός γονιός ξεκίνα από… κυτταρικό επίπεδο

«Οι άνθρωποι δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία κοινότητα συνεργαζόμενων κυττάρων», αναφέρει στο βιβλίο του “The biology of Belief” o Bruce Lipton, ένας αναπτυξιακός βιολόγος, ειδικός στην κυτταρική βιολογία και πρωτοπόρος στην έρευνα της κλωνοποίησης ανθρώπινων μυϊκών κυττάρων.

Διαβάστε ακόμα: «Κανείς δεν βλέπει όσα κάνω. Είμαι η Αόρατη Μαμά»

Σύμφωνα με τον Lipton, άπαξ και κατανοήσεις πώς συμπεριφέρεται ένα κύτταρο καταλαβαίνεις και το πώς συμπεριφέρεται ένας άνθρωπος. Ένα κύτταρο – όπως και ένας άνθρωπος – είναι είτε κλειστό, για να προστατεύεται είτε ανοιχτό και πρόθυμο να μάθει. Οπότε από βιολογική σκοπιά και σε ένα κυτταρικό επίπεδο ο τρόπος ζωής μας είναι μια διττή επιλογή: είμαστε κλειστοί για προστασία ή ανοιχτοί στην ανάπτυξη και μάθηση.

Τι σημαίνει αυτό για τους γονείς

Φανταστείτε ότι βρίσκεστε στον δρόμο με το παιδί σας και προσπαθείτε να περάσετε απέναντι. Εκείνο ξαφνικά φεύγει από το χέρι σας και τρέχει στον δρόμο. Εσείς πανικοβάλλεστε και τρέχετε πίσω του αδιαφορώντας για το αν έρχονται αυτοκίνητα ή όχι.

Όταν καταφέρετε να φτάσετε το παιδί το αρπάζετε, το σηκώνετε στα χέρια σας, το ταρακουνάτε και του φωνάζετε επειδή αυτό που έκανε ήταν πολύ επικίνδυνο, σας κατατρόμαξε και θα μπορούσε να έχει σκοτωθεί. Αναρωτιέστε πότε θα μάθει να συμπεριφέρεται σωστά και τα βάζετε με τον εαυτό σας επειδή αυτό δεν συμβαίνει.

Πολλοί από εσάς έχετε βρεθεί σε παρόμοια θέση – να έχετε τρομοκρατηθεί από κάποια ανεξήγητη και επικίνδυνη συμπεριφορά του παιδιού σας. Μπορεί η αντίδρασή σας να μην ήταν η καλύτερη, αφού οι φωνές και ο πανικός δεν βοηθούν, αλλά ήταν απόλυτα κατανοητή.

Τα παιδιά μας πρέπει να μάθουν να διαφυλάσσουν τον εαυτό τους από κάθε κίνδυνο και ως γονείς είμαστε υπεύθυνοι γι’ αυτό. Η συμπεριφορά του γονέα, όμως, στο συγκεκριμένο σενάριο – σύμφωνα με την προσέγγιση του Lipton – δεν βοηθά το παιδί να γίνει «ανοιχτό να στο να μάθει».

Η ενναλακτική προσέγγιση

Διαβάστε ακόμη: Αυτή η μαμά υποδύθηκε την 11χρονη για να ανακαλύψει τους κινδύνους για παιδιά αυτής της ηλικίας στα social media

Μια άλλη προσέγγιση στο ίδιο σενάριο θα ήταν να τρέξει ο γονιός να πιάσει το παιδί αλλά να μην το ταρακουνήσει και του φωνάξει παρά να το κρατήσει σφιχτά στην αγκαλιά του, να καθίσει σε ένα σημείο και όταν ηρεμήσει να εξηγήσει τι ακριβώς συνέβη.

Μπορεί, για παράδειγμα, να πει: «Όταν σε είδα να τρέχεις στο δρόμο φοβήθηκα ότι κάποιο αυτοκίνητο θα σε χτυπούσε. Τρόμαξα πάρα πολύ. Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να θυμηθούμε, γιατί δεν αφήνουμε ποτέ το χέρι της μαμάς όταν είμαστε έξω και γιατί πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί στον δρόμο. Θέλεις να το κάνουμε αυτό τώρα;».

Είναι πολύ πιθανό και σε αυτή την περίπτωση το παιδί να τρόμαξε όταν ο γονιός έτρεξε κατά πάνω του στον δρόμο, αλλά από τη στιγμή που κάθισε μαζί του και ξεκίνησε να συζητά, ο φόβος αυτός μειώθηκε. Το παιδί τώρα μπορεί -από κυτταρικής άποψης- να καταλάβει ότι είναι ασφαλές και να «ανοιχτεί» για να μάθει.

Γιατί η δεύτερη προσέγγιση είναι πιο επιτυχημένη

Και στις δύο περιπτώσεις ο γονέας θέλει το παιδί του να είναι ασφαλές. Και στις δύο περιπτώσεις ο γονέας διδάσκει. Ωστόσο, στην πρώτη το παιδί «κλείνεται» για να προστατευθεί και να καταλάβει τι συνέβη και αυτό δεν βοηθά στην μάθηση, ενώ στη δεύτερη το παιδί ηρεμεί και «ανοίγεται» στη μάθηση.

Θυμηθείτε την τελευταία φορά που θελήσατε να διορθώσετε ή να διδάξετε στο παιδί σας πώς να συμπεριφέρεται σωστά. Ήσασταν θυμωμένοι, νευριασμένοι ή ανυπόμονοι; Αν ναι, είναι πολύ πιθανό το παιδί σας να κατάλαβε την κατάστασή σας και να «έκλεισε» (όπως ένα κύτταρο), άρα να μην έμαθε κάτι.

Διαβάστε ακόμη: «Τα παιδιά που εισπράττουν αγάπη και αποδοχή θα αισθάνονται ασφάλεια στον κόσμο και στη ζωή τους»

Όσο δύσκολο κι αν είναι ορισμένες φορές να παραμείνουμε ήρεμοι, τα παιδιά μας είναι πολύ πιθανότερο να παραμείνουν «ανοιχτά» και να μάθουν αυτό που τόσο σκληρά προσπαθούμε να τους διδάξουμε εκείνη τη στιγμή, παρά όταν φωνάζουμε ή φοβόμαστε (ακόμα κι αν έχουμε δίκιο).

πηγή: www.positive-parenting.co.uk