«Το 4χρονο παιδί μου νοσηλευόταν σε ψυχιατρική κλινική. Μου ζήτησαν 8 φορές να το αφήσω σε ίδρυμα»

Θλίψη στην Ιταλία για την 11χρονη που "έφυγε" από κορωνοϊό

Έβλεπε το παιδί της μόνο για μία ώρα, ίσα για να το αγκαλιάσει, να το καθαρίσει, να περάσει λίγο χρόνο μαζί του. Τον υιοθέτησε σε ηλικία 2,5 περίπου ετών. Στα 4 του χρόνια χριεάστηκε να νοσηλευτεί σε ψυχιατρικό νοσοκομείο.

Της ζήτησαν πολλές φορές να εγκαταλείψει το παιδί της σε κάποιο ίδρυμα, προκειμένου να μην ταλαιπωρείται, ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι που την κατηγόρησαν, ότι δεν ήταν καλή μητέρα.

Εκείνη, όμως, φρόντισε να δώσει ένα σπουδαίο μάθημα ζωής.

«Πήρα το ασανσέρ για τον 7ο όροφο και ένιωθα ότι ανέβαινε πιο αργά από ποτέ. Έσφιξα στο στήθος μου το αγαπημένο, λούτρινο δεινοσαυράκι του γιου μου στο στήθος μου. Το φωτεινό μπλε ύφασμά του έμοιαζε σαν όαση μέσα στο γκρι του ασανσέρ. Ένα μόλις βράδυ πριν είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο και το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει, έπειτα από 13 ώρες στα επείγοντα.

Είναι νοσοκομείο, αλλά το εξωτερικό γκρι χρώμα του θυμίζει γραφεία από την σοβιετική εποχή. Η θέα εντός δεν ήταν και πολύ διαφορετική. Δεν υπήρχαν βαμμένοι τοίχοι με φωτεινά χρώματα, όπως είχα δει σε άλλα κτήρια. Διάδρομοι είχαν πάρει το όνομά τους από εξωτικά ζώα, τεχνηέντως χρησιμοποιημένα, ώστε να μεταμφιέζεται ο πόνος που υπήρχε πίσω από την κάθε κλειστή πόρτα. Σε αυτό το κτήριο, ο πόνος και η οδύνη ζούσαν πάνω σε κάθε του επιφάνεια. Έκλαψα πολύ, όταν βγήκα έξω από το νοσοκομείο. Μέσα ένιωθα ένοχη, ντροπιασμένη και υπερβολικά θλιμμένη.

Οι σκέψεις μου μετατοπίστηκαν σε έναν άγνωστο που βρισκόταν στο ασανσέρ μαζί μου. Ένας άντρας, περίπου στα 40 κάτι του, φορούσε ένα ροζ-κίτρινο παπιγιόν και κρατούσε μία μικρή τσαντούλα που έμοιαζε άδεια. Κοιτούσαμε και οι δύο προς τα κάτω. Αντί να ανταλλάξουμε βλέμματα κατανόησης, αμφότεροι κοιτούσαμε το πάτωμα με το φόβο μήπως εγκλωβιστούμε στις θλιβερές μας ιστορίες. Σκέφτηκα, ότι δεν ήταν απλά ένας άνδρας, ήταν ένας πατέρας κάποιου παιδιού. Πιθανώς ένας πολύ καλός πατέρας, εγκλωβισμένος σε παρόμοιες ιστορίες γονιών με άρρωστα παιδιά.

Ο γιος μου ήταν μόλις 4 ετών και ακόμα φορούσε πάνες. Δεν μιλούσε παρά μόνον μικρές λεξούλες. Χρειάστηκε να μεταφερθεί σε ψυχιατρικό νοσοκομείο που απείχε τρεις ώρες από το σπίτι μας. Το μόνο ψυχιατρικό νοσοκομείο της πολιτείας μας που μπορούσε να τον δεχθεί λόγω των επαναλαμβανόμενων κρίσεών του. Η ιστοσελίδα του νοσοκομείου έλεγε ότι ήταν πρότυπη ψυχιατρική κλινική. Ωστόσο, ήταν υποστελεχωμένο, με ασθενείς να έχουν έρθει από όλη την πολιτεία κρατώντας τα χέρια των ανήσυχων ανθρώπων που τους φρόντιζαν ή δεμένοι στα κρεβάτια με χειροπέδες. Μάλιστα, ένα μήνα μετά το εξιτήριο του παιδιού μου, έπεσαν και πυροβολισμοί.

Άνθρώποι που δεν είχαν βρεθεί στην θέση μου θεωρούσαν ταποτυχία δική μου, ως μητέρα. Εάν είχα προσπαθήσει περισσότερο ή αν είχα δοκιμάσει τη σωστή φαρμακευτική αγωγή, τη σωστή εκπαίδευση, τον σωστό γιατρό, τη σωστή διατροφή τον ΣΩΣΤΟ τρόπο να διαχειριστώ ένα παιδί σαν τον γιό μου, θα είχα αποφύγει αυτήν την τραγωδία. Δεν μπορείς να με κρίνει κανείς περισσότερο από όσο έχω ήδη κρίνει εγώ τον εαυτό μου. Συχνά βυθίζομαι στις σκέψεις μου για το πώς η μεγαλύτερη προσωπική μου τραγωδία ήταν η ανικανότητά μου να διαχειριστώ τις ανάγκες του παιδιού μου.

Ο γιος μου γεννήθηκε το 2005 με διαγραφές στο 15ο χρωμόσωμα. Όταν ήταν 3 εβδομάδων πάθαινε κρίσεις τέσσερις φορές την ημέρα σε διάστημα δύο εβδομάδων. Μία νύχτα σταμάτησε να αναπνέει και η ζωή του άλλαξε για πάντα. Όταν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, είχε δύο σπασμένα πλευρά, δύο σπασμένα πόδια, ένα σπασμένο χέρι και το κεφάλι του αιμοραγγούσε. Δεν τον είχαμε δει μέχρι τότε και τελικά τον υιοθετήσαμε, όταν ήταν περίπου 2,5 ετών.

Όταν τελικά βγήκα από το ασανσέρ ένα σωρό μέλη οικογενειών είχαν κάνει μία ουρά για να μπουν στη μονάδα, προκειμένου να δουν αυτήν την μία ώρα επισκεπτηρίου τα άρρωστα παιδιά τους. Όλοι μας, διαφορετικών ηλικιών, φυλών, “σημαδεμένοι”. Όλοι έπιαναν μία μικροσυζήτηση, αλλά ποτέ δεν κοιταχτήκαμε στα μάτια.

Στη 1 άνοιξε η πόρτα και δύο φρουροί ήρθαν στην ουρά με δύο μέλη του προσωπικού, πιθανώς νοσηλεύτριες, όμως δεν μπορούσα να δω τα ονόματά τους, ούτε κι έκαναν κάποια προσπάθεια να μας συστηθούν. Απλά μας υπενθύμισαν ότι υπάρχουν ντουλαπάκια με νόμισμα για να βάλουμε όλα μας τα προσωπικά αντικείμενα, καθώς δεν θα έπρεπε να κουβαλάμε κάτι μέσα στη μονάδα. Δεν μου επέτρεψαν να πάρω μαζί μου ούτε το λούτρινο ζωάκι του παιδιού μου.

Έμοιαζε σαν φυλακή. Ένιωθα θυμό. Περίμενα υπομονετικά για τον έλεγχο για μεταλλικά αντικείμενα και κάθε λεπτό που περίμενα, “κοβόταν” από το χρόνο που θα είχα για να δω το παιδί μου. Αφού βγήκα καθαρή έτρεξα στον διάδρομο μαζί με τον σύντροφό μου. Μου χαμογέλασε, όταν με είδε. Φορούσε ένα μπλε μπλουζάκι και πάνα. Ήταν γεμάτη. Ρώτησα κάποιον από το προσωπικό μήπως υπάρχει μία καθαρή πάνα. Εκνευρίστηκα ακόμη περισσότερο.

Δεν θέλω να είναι εκεί σε αυτό το μέρος. Έπνιξα το ένστικτό μου να τον πάρω να φύγω τρέχοντας και να με κρατά με τα μικρά του χεράκια. Ήθελα να φύγουμε και οι δύο από εκεί για πάντα. Αντ’ αυτού προσπάθησα να του αλλάξω την πάνα στο κρεβάτι του. Η πλάτη του ήταν γεμάτη ξεραμένα κακάκια. Είπα πώς άφησαν να συμβεί αυτό το πράγμα; Ζήτησα να μου δείξουν πού είναι το ντους για να τον πλύνω και στη συνέχεια ούρλιαξα γιατί δεν υπήρχε ένας φροντιστής, όπως είχα ζητήσει. Μετά από πολλές εκκλήσεις, εμφανίστηκε μία νοσοκόμα. Οι πόρτες πίσω της έκλεισαν ηχηρά. Είπε ότι ο γιατρός ήθελε να μου μιλήσει και ότι το κόστος για έναν αποκλειστικό φροντιστή για το παιδί ήταν μεγάλο.

Ο ψυχίατρος ήταν ένας μικροκαμωμένος 50άρης. Μας είπε ότι ο γιος μας δεν έχει επιληψία. Έμεινα σιωπηλή, ακόμη κι αν ήξερα ότι δεν ήταν η ειδικότητά του. Ήθελε να κόψει όλη τη φαρμακευτική αγωγή του. Είναι μία κοινή αντίδραση από τους νέους ψυχιάτρους. Συμφωνήσαμε τελικά. Θα μπορούσε να είναι η τελευταία φορά που θα τον βλέπαμε.

Όταν βγήκα από το νοσοκομείο, δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλά μου. Περπάτησα μέχρι το ξενοδοχείο που είχε γίνει το δεύτερο σπίτι μου όλες αυτές τις μέρες. Μακριά από τον μεγαλύτερο γιο μου, τον σκύλο μου, από τη δουλειά μου. Το πείραμα με την αφαίρεση των φαρμάκων θα διαρκούσε μόνο τρεις ώρες.

Έλαβα μία κλήση το επόμενο πρωί και μου είπαν ότι το παιδί μου χοροπηδούσε στα τραπέζια, ούρλιαζε, έβγαλε την πάνα του, έκανε τσίσα πάνω στα έπιπλα και γενικά δεν συμπεριφερόταν ως άνθρωπος. Δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν ασφαλή. Ήταν δύσκολο να φανταστώ πως ο μικρούλης μου θα ήταν τόσο επικίνδυνος όσο μου έλεγαν.

Για τις επόμενες δέκα ημέρες πήγαινα στην κλινική για αυτήν την σκάρτη μία ώρα που θα ήμουν μαζί του, να τον κάνω μπάνιο, να του αλλάξω πάνα και ρούχα. Άκουσα το προσωπικό να μου λέει πώς δεν μπορούσαν να τον κοιμήσουν και να τον κρατήσουν σε απόσταση ασφαλείας από τα άλλα παιδιά.

Κάθε μέρα έκλαιγα ανεβοκατεβαίνοντας με αυτό το ασανσέρ. Μέρα με τη μέρα δεν άλλαζε τίποτα, αν και προσαρμόστηκε η αγωγή. Ένας κοινωνικός λειτουργός με κάλεσε μία μέρα και με ενθάρρυνε να βρω τρόπους να βοηθήσω το παιδί μου κοντά στο σπίτι μας.

Τελικά, ο γιατρός αποφάσισε να αφήσει το παιδί μου στη δική μου φροτνίδα. Κατάφερε να του αλλάξει κάποια φάρμακα, αλλά κανένα δεν ήταν τόσο αποτελεσματικό για τις βίαιες κρίσεις του. Άρχισε σιγά σιγά να κοιμάται περισσότερο τις νύχτες, γεγονός που βελτίωσε τη ζωή του και της οικογένειάς μας. Μου ζητήθηκε να τον εγκαταλείψω οκτώ φορές. Η μόνη λύση μου είχαν πει ήταν να τον αφήσουμε. Όμως, αν είχε καρκίνο για παράδειγμα, θα τον άφηνα στη μοίρα του;

Η επιβίωση για οποιονδήποτε γονέα δεν σημαίνει ότι παρατά το παιδί του σε ίδρυμα ως επιλογή για να μπορεί να κοιμάται την νύχτα».