Τα παιδιά νοιάζονται για τη γνώμη των άλλων ήδη από την ηλικία των 2 ετών

Τα μωρά έχουν την ικανότητα να καταλάβουν πώς τα κρίνουν οι άλλοι πριν ακόμα καταφέρουν καλά καλά να μιλήσουν, υποστηρίζει νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο Emory στην Ατλάντα της Αμερικής.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Developmental Psychology» και τεκμηριώνουν ότι τα μωρά είναι ευαίσθητα στη γνώμη των άλλων ακόμα και από την ηλικία των δύο ετών.

«Αποδείξαμε ότι από την ηλικία των 24 μηνών τα παιδιά όχι μόνο αντιλαμβάνονται το πώς τα αξιολογεί κάποιος, αλλά προσαρμόζουν και τη συμπεριφορά τους με βάση αυτή την αξιολόγηση, προσπαθώντας να βρουν θετικό αντίκτυπο», αναφέρει η Sara Valencia Botto, συγγραφέας της έρευνας.

Και ενώ παλιότερες έρευνες κατέγραφαν ότι αυτή η συμπεριφορά των παιδιών ξεκινούσε από την ηλικία των 4 ή 5 ετών, αυτή η μελέτη προτείνει ότι – τελικά – μπορεί να συμβαίνει πολύ νωρίτερα.

Η έρευνα

Στην έρευνα συμμετείχαν 144 παιδιά ηλικίας από 14 έως 24 μηνών, τα οποία “εξετάστηκαν” μέσω της χρήσης ενός τηλέκατευθυνόμενου παιχνιδιού – ρομπότ. Με βάση ορισμένα πειράματα οι επιστήμονες κατέληξαν στο παραπάνω συμπέρασμα.

Στο πρώτο πείραμα, οι ερευνητές έδειξαν στα μωρά πώς να λειτουργούν το παιχνίδι – ρομπότ. Στη συνέχεια ο ερευνητής κοιτούσε το μωρό με ουδέτερο ύφος όση ώρα εκείνο έπαιζε με το παιχνίδι ή το αγνοούσε διαβάζοντας κάποιο περιοδικό. Όταν το παιδί παρακολουθούνταν πατούσε με περισσότερη προθυμία τα κουμπιά του χειριστηρίου του παιχνιδιού, ενώ όταν κανείς δεν το έβλεπε ήταν πιο απρόθυμο.

Σε ένα δεύτερο πείραμα, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δύο διαφορετικά χειριστήρια όταν έδειχναν το παιχνίδι στα παιδιά. Για το πρώτο χειριστήριο οι ερευνητές έδειχναν θαυμασμό λέγοντας: «Ουάου! Υπέροχο δεν είναι!», ενώ για το δεύτερο χειριστήριο έπαιρναν αποδοκιμαστικό ύφος και έλεγαν: «Ω, όχι…». Στη συνέχεια όταν τα παιδιά έπαιζαν με το παιχνίδι τα παρακολουθούσαν ή τα αγνοούσαν, όπως ακριβώς έκαναν και στο πρώτο.

Όπως αποδείχθηκε, τα παιδιά χρησιμοποιούσαν περισσότερο το χειριστήριο που είχε τα σχόλια θαυμασμού όταν τα κοιτούσαν, ενώ το χειριστήριο με τα αρνητικά σχόλια όταν δεν τα κοιτούσαν.

Στη διάρκεια του τρίτου πειράματος – το οποίο ήταν πείραμα ελέγχου των δύο άλλων – στα παιδιά δόθηκαν χειριστήρια με ουδέτερο ύφος και μέτρια σχόλια. Τα παιδιά πλέον δεν διάλεγαν ανάμεσα σε «θετικό» και «αρνητικό» χειριστήριο. Το πείραμα αυτό έδειξε ότι τα παιδιά στην δεύτερη περίπτωση – στην οποία τους δόθηκαν χειριστήρια με διαφορετικό σχολιασμό – όντως έλαβαν υπ’ όψιν τους τα σχόλια των ερευνητών και με βάση αυτά άλλαξαν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με το αν κάποιος τα κοιτούσε.

Σε ένα τελικό πείραμα δύο ερευνητές κάθισαν ο ένας απέναντι από τον άλλο και έπαιζαν με το ίδιο χειριστήριο. Ο ένας φώναζε ενθουσιασμένος «Ναι, το παιχνίδι κουνήθηκε» και ο άλλος απογοητευμένος έλεγε: «Ωχ, το παιχνίδι κουνήθηκε». Στη συνέχεια ζήτησαν από το παιδί που τους παρακολουθούσε να παίξει μαζί τους, ενώ εκείνοι εναλλάξ μία το κοιτούσαν και μία το αγνοούσαν.

Το αποτέλεσμα; Τα παιδιά ήταν πιθανότερο να πατήσουν με περισσότερη λαχτάρα τα κουμπιά του χειριστηρίου όταν ο ενθουσιώδης ερευνητής τα παρακολουθούσε.

«Εκπλαγήκαμε και εμείς από την ευελιξία των παιδιών στην ευαισθησία και στις αντιδράσεις των άλλων», δήλωσε η Sara Valencia Botto. «Μπορούσαν να εντοπίσουν την αξία που έδιναν οι ερευνητές κάθε φορά που χρησιμοποιούσαν ένα χειριστήριο και αυτό ενδυναμώνει τις πεποιθήσεις μας ότι τα παιδιά είναι πολύ πιο έξυπνα από όσο νομίζουμε», συμπλήρωσε. «Με βάση αυτήν και άλλες παρόμοιες έρευνες θέλουμε να εξετάσουμε το πότε αρχίζει η γνώμη των άλλων να μας επηρεάζει, αλλά και σε ποιον βαθμό. Είναι φυσιολογικό να νοιαζόμαστε για το τι λένε οι άλλοι μέχρι ένα επίπεδο. Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που δυσκολεύονται να ζήσουν τη ζωή τους, επειδή σκέφτονται διαρκώς τη γνώμη των άλλων», κατέληξε.

Πηγή: neurosciencenews.com