Σε μια τρυφερή εξομολόγηση από καρδιάς, η μαμά και blogger Michelle Boucher Riddell, αναφέρεται στην σωματική μα και ψυχική εξάντληση που οι περισσότεροι γονείς μικρών παιδιών νιώθουμε το τελευταίο διάστημα, αφενός για τα προσωπικά “ζόρια” που κουβαλάει ο καθένας, και αφετέρου για τους τελευταίους μήνες της πανδημίας που αναπόφευκτα (αν και συχνά ανομολόγητα) έχουν επιφέρει στους περισσότερους από εμάς ένα εξαντλητικό -πλην συλλογικό- αίσθημα διαρκούς εξάντλησης…
‘Κοιμάσαι πολύ αργά’ μου λέει η οικογένειά μου, και έχει δίκιο. Κοιμάμαι αργά. Αλλά δεν είναι τέτοια κούραση. Είναι εξάντληση.
Είναι βαρύ, είναι σαν βαρίδι, σα να κουβαλώ σάκους με άμμο ή να φορώ μια σιδερένια πανοπλία.
Το σώμα μου το νιώθω υγρό, αργό και παλιρροϊκό, σα να με βουλιάζει μία από τη μία και μία από την άλλη όταν κινούμαι, σα να τραβά τα πόδια μου βαθιά στη γη μέχρι τον αστράγαλο όταν σταματώ.
Ενέργεια. Ορμή. Αδράνεια. Ισχύς. Σώματα σε κίνηση μένουν σε κίνηση. Σώματα σε αδράνεια μένουν σε αδράνεια.
Κινήσου λέω στον εαυτό μου. Απλά ΚΙΝΗΣΟΥ.
Αλλά αυτή η εξάντληση αψηφά τους νόμους της φυσικής.
Κοιμάμαι. Διαβάζω. Αποφεύγω τις ειδήσεις. Κάθομαι και θυμίζω στον εαυτό μου να είμαι ευγενική, να συγχωρώ, να είμαι δεκτική. Παίρνω βαθιές ανάσες και ενυδατώνομαι. Βγαίνω έξω, περπατώ.
Αλλά παραμένω ερείπιο. Τίποτα δεν με βοηθά. Σαν αυτή την κούραση δεν υπάρχει άλλη.
Σήμερα πήγαμε να ψωνίσουμε παπούτσια. Υπερβολική ζέστη για να είσαι έξω. Μη συνηθισμένη για την εποχή. Καύσωνας φριχτός. Χασμουριέμαι.
Το κατάστημα έχει λίγα μοντέλα. Λίγες επιλογές. Λιγότεροι πελάτες. Μετανιώνω που βγήκα. Η κόρη μου έχει αρχίσει να χάνει την υπομονή της. Κρατώ ένα παπούτσι και ρωτώ τον υπάλληλο αν το έχει σε άλλο μέγεθος.
Δίπλα μας, ένα αγόρι στην ηλικία της κόρης μου κοιτάζει παπούτσια με έναν ασπρομάλλη κύριο -θεωρώ πως είναι ο παππούς του. Η εικόνα τους μαζί, η οικειότητα και η τρυφερότητα μεταξύ τους, όλη η ομορφιά του κόσμου, ό,τι θαυμάζω και αποζητώ -με παίρνουν τα δάκρυα.
Στην πραγματικότητα ξέρω γιατί είμαι κουρασμένη. Ξέρω, από το πόσο εύκολα κλαίω, από το πόσο κυριεύομαι από συναισθήματα, από το πόσο δύσκολο μου είναι να πάρω μια απόφαση. Θυμάμαι αυτόν τον λήθαργο, αυτή την ανικανότητα να ξεχωρίσω αν είναι πείνα ή εξάντληση. Είναι μία βαθιά ριζωμένη στο dna αντίδραση, σαν μυϊκή μνήμη, από τα βάθη των μορίων της ψυχής μου -ένας θρήνος. Ναι, αυτό το υπνωτικό βάρος από το οποίο αδυνατώ να απαλλαχθώ είναι θρήνος.
Σκέφτηκα να μην το γράψω αυτό, γιατί τελευταία, όλα μοιάζουν τόσο ανάξια εμπιστοσύνης και δεν έχω το συναισθηματικό σθένος να διαπραγματεύομαι με κανέναν και με τίποτα -ούτε καν με την αιτία του καθαυτού θρήνου. Ήθελα μόνο να αναγνωρίσω την απώλειά μου, την συλλογική μας απώλεια, και να της δώσω ένα όνομα -με την ελπίδα να γιατρευτεί.
Όπως είχε πει και ο Wordsworth: “Δεν υπάρχει απώλεια σαν την απώλεια που δεν εκφράζεται”
Βρήκα, πάντως, παπούτσια τελικά. Προχωράμε.









