Σε ένα μικρό, πολύχρωμο σπιτάκι, η Sonali Reddy μαγειρεύει για να ταΐσει τα μικρότερα αδελφάκια της τη μέρα και να τα βάλει για ύπνο τη νύχτα, με την ελπίδα να διώξει του φόβους και τους εφιάλτες τους, όπως έκανε η μαμά τους.
Η Sonali είναι κι εκείνη παιδί. Μόλις 14 ετών και είναι ο άνθρωπος που κλήθηκε να φροντίσει την οικογένεια. Λίγα χρόνια πριν ο πατέρας της αυτοκτόνησε, όταν πτώχευσε η οικογενειακή επιχείρηση, η οποία πωλούσε εξαρτήματα από καρότσια. Τον περασμένο Μάιο, η ζωή έπαιξε άλλο ένα τραγικό παιχνίδι: η μητέρα τους, Σαμπίτα κόλλησε κορωνοϊό, όταν το κύμα σάρωνε την Ινδία.
Μέχρι να φτάσει στο νοσοκομείο της πιο κοντινής πόλης που διέθετε ιατρικό οξυγόνο, η Σαμπίτα πέθανε.
«Η μαμά μου μας κρατούσε ασφαλείς, όπως η ομπρέλα, από την πολλή ζέστη και την βροχή της ζωής», λέει η νεαρή Σονάλι προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της. «Φαντάζομαι, ότι είναι κοντά μου και αυτό μου δίνει δύναμη να συνεχίσω», συμπληρώνει.
ΟρφανΑ 3.000 παιδιά στην Ινδία
Η Sonali και τα αδέλφια της είναι ανάμεσα στα 3000 παιδιά της Ινδίας που έμειναν ορφανά λόγω της πανδημίας, σύμφωνα με τα στοιχεία της κυβέρνησης. Αποτελούν μια σπαρακτική απόδειξη της καταστροφής που προκάλεσε η πανδημία του κορωνοϊού, αφαιρώντας εκατομμύρια ζωές σε όλη τη χώρα, αλλά και παγκοσμίως.
Τα ινδικά κρατίδια έχουν ανακοινώσει αποζημίωση της τάξης των 7 έως 68 δολαρίων μηνιαίως για κάθε ορφανό, μαζί με δεσμεύσεις για σίτιση και εκπαίδευση. Μάλιστα, ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντα Μόντι ορκίστηκε σε ένα tweet για «διασφάλιση ζωής αξιοπρέπειας» των παιδιών.
Αλλά οι υποστηρικτές φοβούνται ότι όταν το ενδιαφέρον αναπόφευκτα εξασθενίσει, τα ορφανά θα μείνουν έρμαια της εκμετάλλευσης.
Ήδη, τα παιδιά, σοκαρισμένα σε ορισμένες περιπτώσεις από την απώλεια ολόκληρης της οικογένειάς τους, δυσκολεύτηκαν να αποκτήσουν πιστοποιητικά θανάτου για να δικαιούνται κρατικές παροχές. Κάποια από αυτά θα δυσκολευτούν επίσης να επιστρέψουν στο σχολείο.
Διαβάστε επίσης: Ενας κλόουν χαρίζει χαμόγελα και προστατεύει τα φτωχά παιδιά των παραγκουπόλεων
Μακροπρόθεσμα, πολλά ορφανά από φτωχές οικογένειες σε απομακρυσμένες περιοχές βρίσκονται αντιμέτωπα με ον κίνδυνο εμπορίας ανθρώπων και των παιδικών γάμων. Η εμπορία παιδιών είναι εκτός ελέγχου στην Ινδία, όπου πωλούνται είτε ως σκλάβοι, είτε εκδίδονται ως εργαζόμενοι του σεξ. Και σύμφωνα με τη Unicef, η χώρα έχει τον μεγαλύτερο αριθμό παιδικών γάμων στον κόσμο.
Η υιοθεσία δεν αποτελεί επιλογή για πολλά από τα ορφανά, δεδομένου των πολιτιστικών ταμπού ενάντια σε αυτήν την πρακτική. Τα μεγαλύτερα παιδιά, κυρίως, συχνά δεν ταιριάζουν με τις θετές οικογένειες.
«Η κυβέρνηση προσπαθεί να σώσει την υπόληψή της, καθώς η τραγωδία της πανδημίας σαρώνει την Ινδία», σημειώνει μία φοιτήτρια Νομικής, η Medha Pande, η οποία έγραψε για τα κοινωνικά ζητήματα που γεννώνται από την πανδημία, με τα παιδιά που έχουν πληγεί να αυξάνονται όλο και περισσότερο.
Διαβάστε επίσης: Συγκλονίζει το τελευταίο μήνυμα μάνας που έχασε τη ζωή της από Covid-19 στην κόρη της
«Τα αδΕλφια μου με ικετεύουν να πάμε στη μαμά»
Η Sonali άκουσε προσεκτικά, την ώρα που λάμβανε μια λίστα με οδηγίες για τη χρήση του τραπεζικού της λογαριασμού.
Τα αδέλφια της – η Jagabalia, 8 και η Bhabana, 5 ετών – κοίταζαν αδιάφορα, κρατώντας το μπλε φόρεμα της αδερφής τους.
Ακόμα και πριν από το θάνατο της μητέρας της, η οικογένεια με το ζόρι τα έβγαζε πέρα. Λίγο μετά τον θάνατο του άντρα της, η μητέρα των παιδιών άνοιξε ένα μικρό κατάστημα για σνακ στο μπροστινό δωμάτιο του σπιτιού τους.
Ξόδεψε τα λίγα χρήματα που είχε για να προσφέρει μετά το σχολείο μελέτη για το Sonali. Με τον πατέρα της να είναι πλέον απών, η Sonali ήταν ιδιαίτερα κοντά στη μητέρα της.
«Τα αδέλφια μου με ικετεύουν: “Θέλουμε να πάμε στη μαμά”», λέει η Sonali καθώς έπαιζε με τους αντίχειρές της. «Όταν ο πατέρας μας πέθανε, σκεφτήκαμε, ότι τουλάχιστον ήταν η μαμά κοντά μας. Τώρα, ο ιός την έχει πάρει και εκείνη», προσθέτει.
Διαβάστε επίσης: Τα παιδιά θα παραμείνουν σε «λειτουργία επιβίωσης» και μετά το τέλος της πανδημίας, λένε οι ειδικοί
«ΠρΕπει να μείνω δυνατός για την αδελφή μου»
Μερικά χιλιόμετρα μακριά, στην πόλη Hyderabad, στα νότια της Ινδίας, ο 13χρονος G. Sathwik Reddy – απλή συνωνυμία με την Sonali- ακούει τα ίδια ικετευτικά λόγια από την αδελφή του. Και οι δικοί τους γονείς πέθαναν από κορωνοϊό.
Όταν η 3χρονη αδελφή του ζητά τη μαμά και τον μπαμπά, εκείνος της απαντά απλά ότι «θα έρθουν αύριο»… Ο μπαμπάς τους είχε μία μικρή επιχείρηση που έφτιαχνε σιδερένιους φράχτες για φάρμες. Όπως και εκατομμύρια οικογένειες της μεσαίας τάξης στην Ινδία είχαν αποταμιεύσει χρήματα, προκειμένου να στείλουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία. Η μητέρα τους από την άλλη μαγείρευε υπέροχα πιάτα για τα παιδιά της κάθε Κυριακή και βοηθούσε στις ασκήσεις του σχολείου.
Τον Απρίλιο οι δύο γονείς και η γιαγιά των παιδιών κόλλησαν κορωνοϊό, με διαφορά λίγων ημερών ο ένας από τον άλλων. Εξαιτίας των ελλείψεων σε οξυγόνο στην Ινδία και την αδυναμία των νοσοκομείων, η οικογένεια ανησυχούσε για την τύχη της.
Στο νοσοκομείο η μητέρα αρρώστησε πολύ βαριά. Παρέμεινε για δύο εβδομάδες διασωληνωμένη, ενώ ο σύζυγός της είχε πολύ βαριά προβλήματα στους πνεύμονές του. Μέχρι τις αρχές Μαΐου και οι τρεις κατέληξαν.
Στο κρεματόριο, ο 13χρονος Sathwik είδε για λίγο το πρόσωπο του πατέρα του πίσω από ένα πλαστικό κάλυμμα. Σοκαρίστηκε για λίγο. Τώρα ,κλαίει μόνος του συχνά στον ύπνο του. «Πρέπει να μείνω δυνατός για την αδελφή μου», λέει το 13χρονο παιδί.
«ΜαμΑ, πότε θα έρθεις; Μου λείπεις»
Στα βόρεια της χώρας, ο 18χρονος Shawez έκλαιγε μέσα στη νύχτα, όταν η αδελφή του άρχισε να ουρλιάζει, ζητώντας τη μητέρα τους.
Οι γονείς τους αρρώστησαν τον Απρίλιο. Όμως, δεν είχαν πολλά χρήματα κι έτσι αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στο σπίτι τους για να αναρρώσουν. Τα παιδιά κοιμούνταν στη βεράντα, ενώ οι γονείς ήταν κλειδωμένοι στο σπίτι. Καθώς η κατάστασή τους επιδεινώθηκε, τα παιδιά μετακόμισαν στο σπίτι ενός συγγενή τους. Πρώτα πέθανε η μητέρα και ακολούθησε λίγες ημέρες μετά και ο πατέρας.
Όταν ο Shawez, ο οποίος παράτησε τις σπουδές του για να εργαστεί με τον πατέρα του, επέστρεψε στο σπίτι του χωρίς τους γονείς του και ο σπιτονοικοκύρης τούς κλείδωσε έξω, λέγοντας πως δεν θα τους δώσει το κλειδί, αν δεν πλήρωναν το ενοίκιο. Ο θείος του, τότε, δανείστηκε χρήματα για να καλύψει ένα μέρος του χρέους κι έτσι μπόρεσαν να μαζέψουν τα πράγματά τους.
Η 9χρονη αδελφή του έχει υποστεί το μεγαλύτερο σοκ από τον θάνατο των γονιών. Κάθε μέρα σχεδόν τηλεφωνεί στη μαμά της και της μιλά, σαν να βρίσκεται στην άλλη γραμμή.
«Μαμά, πότε θα έρθεις; Μου έλειψες;» λέει η μικρούλα.
Ο Shawez τονίζει, πως όνειρό του είναι να μορφωθούν τα αδέλφια του. «Η μητέρα μου θα με έπαιρνε τηλέφωνο όταν αργούσα στη δουλειά και θα μου έλεγε: “είναι αργά. Πότε θα έρθεις γιε μου;” Τώρα πια δεν μου τηλεφωνεί κανείς», λέει με παράπονο.
Πηγή: New York Times









