Έβγαλε την πρώτη φωτογραφία της κόρης μου, Ρεμπέκα, λίγες ώρες αφότου γεννήθηκε, στις 3 Αυγούστου 2005. Σχεδόν 15 χρόνια μετά, η ζώη θέλησε να τραβήξει τις τελευταίες της στιγμές, λίγο πριν “φύγει”, στις 3 Ιανουαρίου 2021.
Ο φωτογράφος του Reuters Darrin Zammit Lupi έζησε και κατέγραψε το πιο δύσκολο ρεπορτάζ της ζωής του.
«Είμαι φωτορεπόρτερ. Ήταν απολύτως φυσικό, λοιπόν, να απαθανατίσω κάθε στιγμή της υπέροχης ζωής της κόρης μου, της Μπεκς, όπως την αποκαλούσαμε η σύζυγός μου, η Μαρίζα κι εγώ. Την φωτογράφισα στα 2 της χρόνια και το προσωπάκι της έλαμπε, αναδύοντας το φως της ψυχής της. Φωτογράφισα τη στιγμή που βρέθηκε στη σκηνή στα 12 της, χορεύοντας με χάρη, τις ώρες που έπαιζε με τα αγριολούλουδα και το σκύλο μας, χαμογελώντας.
Η μηχανή μου, ωστόσο, κατέγραψε και τα δύσκολα. Τα πολύ δύσκολα, φωτογραφίζοντας την αρρώστεια της και τον θάνατό της από έναν σπάνιο και πολύ επιθετικό καρκίνο στα οστά. Η στιγμή που καθόταν στο σκοτάδι της χημειοθεραπείας, τα μακριά μαύρα μαλλιά της που αποτελούσαν πια μία ανάμνηση.
Απαθανάτισα τη στιγμή που έσφιγγε στην αγκαλιά της τον αρκούδο της, καθώς κοιμόταν στο κρεβάτι του νοσοκομείου εν μέσω μίας δύσκολης σειράς θεραπειών, που ελπίζαμε, ότι θα την έσωζαν…. Ακόμη και την στιγμή που η μαμά της σκέπασε το σώμα της, όταν εκείνη πέθανε. Τράβηξα τις φακίδες στο προσωπάκι της, ως ένα σύμβολο νεότητας και ομορφιάς», λέει ο μπαμπάς και φωτογράφος, Darrin Zammit Lupi.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Το περασμένο Φθινόπωρο το Reuters είχε δημοσιεύσει μία σειρά φωτογραφιών από τον δύσκολο αγώνα της Μπεκς και της οικογένειάς της, που λόγω της πανδημίας δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Μάλτα, όπου ζούσε. Αυτό το άλμπουμ φωτογραφιών τελείωνε με μία ελπίδα, αφότου η μικρή είχε βγει από το νοσοκομείο, έπειτα από μήνες σκληρής θεραπείας.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
«Μόλις βγήκε από το νοσοκομείο την πήγα σε ένα σκοτεινό σημείο για να δούμε έναν κομήτη. Ανα και ήταν δύσκολο να τον δει κανείς με γυμνό μάτι, η Μπεκς τα κατάφερε με τηλεφακό. Κάναμε μία ευχή στο αστέρι που έπεφτε… Μπορείτε να μαντέψετε τι ήταν», τόνισε ο μπαμπάς.
Η ελπίδα λένε ότι πεθαίνει πάντα τελευταία και η οικογένεια ήθελε να πιστεύει σε αυτό.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
«Στα μέσα Ιουλίου, που βγήκε από το νοσοκομείο, πίστευα πραγματικά ότι τα χειρότερα τα είχαμε αφήσει πίσω μας. Πόσο λάθος έκανα όμως. Ίσως επειδή αρνιόμουν να πιστέψω πράγματα. Οι γιατροί μας είχαν πει ότι μπορεί ο καρκίνος να επέστρεφε, καθώς είχε κάνει κάποιες μεταστάσεις στα τέλη του 2019», προσθέτει.
Και συνεχίζει: «Δύο μήνες μετά το εξιτήριό της, επέστρεψε στο νοσοκομείο. Ήταν 27 Σεπτεμβρίου. Δεν το ήξερα, τότε, αλλά η Μπεκς θα έβλεπε τα ζωάκια της για τελευταία φορά… Δεν θα επέστρεφε ξανά στο σπίτι. Στις 31 Οκτωβρίου 2020, η Μπεκς έγραψε στο Facebook: Ένας χρόνος… Πέρασε ένας χρόνος από τότε που διαγνώστηκα με έναν σπάνιο καρκίνο που ονομάζεται Σάρκωμα Ewings. Σ’ αυτό το σημείο είμαι εδώ για να κάνω περισσότερες χημειοθεραπείες. Ήλπιζα ότι θα κέρδιζα πίσω τη ζωή μου, ότι θα μπορέσω να παρακολουθήσω μαθήματα από το σπίτι, όπως όλα τα παιδιά. Αντ’ αυτού δεν μπορώ. Πίστευα ότι οι χημειοθεραπείες θα με έκαναν καλά. Όμως είμαι πάλι εδώ. Υπάρχουν μέρες που είμαι θυμωμένη και φοβάμαι, αλλά και άλλες που είμαι ευγνώμων για την αγάπη και τη στήριξη των δικών μου ανθρώπων, των φίλων μου, αλλά και ανθρώπων που δεν τους ξέρω. Έτσι, θα ήθελα να πω ένα ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Τα Χριστούγεννα που δεν πρόλαβε να γιορτάσει
«Η Μπεκς πέθανε ήρεμη, το πρωινό της Κυριακής 3 Ιανουαρίου 2021. Ήμασταν και οι δύο μαζί της. Η κατάστασή της άρχισε να επιδεινώνεται από την παραμονή των Χριστουγέννων. Ήταν η χειρότερη νύχτα της ζωής της και μείναμε όλοι ξάγρυπνοι. Ανήμερα Χριστούγεννα ήταν πολύ χάλια. Δεν περίμενα ότι θα έβγαζε την μέρα, αυτήν την αγαπημένη της ημέρα του χρόνου. Δεν μπορούσε να γιορτάσει. Ξύπναγε και ξανακοιμόταν. Έλεγε “μαμά, δεν έχω ελπίδες”. Μετά από αυτό έπεσε σε κώμα και δεν ξύπνησε ποτέ. Παρόλα αυτά εμείς συνεχίσαμε να της μιλάμε, να της διαβάζουμε βιβλία, να ακούει τις φωνές μας. Ελπίζαμε ότι μας άκουγε.
Έφυγε ήσυχη. Οι νοσηλευτές στέκονταν γύρω από το κρεβάτι της με σεβασμό. Δεν είμαι σίγουρος, αν καταλάβαιναν τι έκανα, γιατί της ψιθύριζα, ενώ την κοιτούσα από μακριά, αλλά ούτε που με νοιάζει.
Κάθε μέρα, κάθε στιγμή τη θυμάμαι. Σε όλη της τη ζωή, προσπαθούσα να τη διδάξω και να τη μάθω πράγματα και τώρα με δίδασκε εκείνη με το πώς αντιμετώπισε την κατάστασή της» , κατέληξε ο πατέρας.
Διαβάσαμε την ιστορία στο Reuters – The Wider Image









