Οι μαμάδες είναι πάντα εκεί για τα παιδιά τους. Είναι οι άνθρωποι που δέχονται αδιαμαρτύρητα τα παράπονα, τα νεύρα, την ένταση, τα λάθη των παιδιών τους.
Είναι οι άνθρωποι που νιώθουμε τόσο άνετα μαζί τους όσο με κανέναν άλλο. Είναι οι άνθρωποι που μας συγχωρούν τα πάντα και μας αποδέχονται όπως κι αν είμαστε.
Συχνά, μεγαλώνοντας και ζώντας μέσα στο άγχος και τις υποχρεώσεις ξεχνάμε να δείχνουμε την αγάπη και την εκτίμησή μας στις μαμάδες μας.
Το παρακάτω κείμενο, από την κα. Σόφη Αλεξάνδρου, μαμά, κόρη και σύγχρονη γυναίκα, θα σας θυμίσει ότι κάθε μέρα οφείλουμε να λέμε στις μαμάδες μας ότι τις αγαπάμε…
“Στις έντεκα το βράδυ, κτυπούσα κάρτα.
Για σένα διάλεξα να δουλεύω πάντα βάρδιες.
Το ξέρεις, έτσι δεν είναι; Νομίζω το καταλάβαινες.
Άλλωστε ποιος θα σε πρόσεχε ρε μάνα από τον καιρό που έφυγε ο πατέρας;
Κι ας είχε επιπτώσεις στην προσωπική μου ζωή.
Έμεινα μπακούρι για σένα. Μπορεί ενδόμυχα να σου έριχνα κι ευθύνες.
Τα μεγάλα αδέλφια παντρεύτηκαν και απέκτησαν παιδιά.
Σύντομα κι εγγόνια.
Κι εγώ, ο Βενιαμίν της οικογενείας, έγινα από το χαϊδεμένο, ο προστάτης της.
Στις έντεκα και δέκα χτυπούσε το κινητό.
«Τι θέλεις ρε μάνα; Μόλις τώρα έφυγα».
Μια τα χάπια σου, δυο οι πόνοι σου, τρεις οι ανασφάλειές σου. Δε σταματούσε να κουδουνίζει το τηλέφωνο.
Ποιος είπαμε πως ανακάλυψε τα κινητά;
Βιαζόμουν να το κλείσω. Κι εσύ ήθελες κουβέντα.
Άγριο πράμα η μοναξιά. Πιασμένη χέρι-χέρι με την κατάθλιψη, είναι ολέθριος συνδυασμός.
Κάποτε το έβαζα στο αθόρυβο. Βαριόμουνα. Σε βαριόμουνα. Το ομολογώ.
Την τελευταία φορά σου το έκλεισα. Δε με ξαναπήρες. Μάλλον σου κακοφάνηκε.
Ξημέρωσε και πήγα κουρασμένος να κοιμηθώ. Ήλπιζα να μη με άκουγες και να άρχιζες τις ερωτήσεις.
Μα δε θα με άκουγες ποτέ ξανά. Ούτε και γω.
Είχες ήδη κοιμηθεί, εκείνο τον ύπνο τον βαθύ. Τον αιώνιο. Τον αξύπνητο.
Ήταν μια κλίση σαν όλες τις άλλες ή –άραγε- το προαισθάνθηκες;
Τι ήθελες να μου πεις;
Να με αποχαιρετήσεις;
Έφυγες με παράπονο;
Με θυμό; Απογοήτευση;
Δεν θα το μάθω ποτέ.
Καλά να πάθω.
Να ζω με τις τύψεις μου.
Πάρε με ακόμα μια φορά σε παρακαλώ.
Σε εκλιπαρώ.
Να ακούσω τη φωνή σου για τελευταία φορά.
Να σου ζητήσω συγνώμη που σε πλήγωσα ρε μάνα.
Πάρε με ρε μάνα…
Περιμένω…
Υ.Γ: Σε περιμένω ρε μάνα…”