Το βλέμμα του έκρυβε μια θλίψη, ωστόσο το πινέλο του έβγαζε μία τεράστια δύναμη, που άργησε να αναγνωριστεί.
Σε όλη του τη ζωή πούλησε μόλις έναν πίνακα και μετά τον θάνατό του καθιερώθηκε ως ένας από τους σπουδαιότερους ζωγράφους στον κόσμο. Ήταν ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ.
Γεννήθηκε στις 30 Μαρτίου 1853 στην πόλη Ζούντερτ της Ολλανδίας κοντά στα σύνορα με το Βέλγιο. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί του Τεόντορους Βαν Γκογκ, πάστορα στο επάγγελμα, και της Άννα Κορνέλια Καρμπέντους.
Το μοναχικό παιδί – αντικαταστάτης με τα παράξενα ρούχα
Ο Βίνσεντ ήρθε στη ζωή μετά το θάνατο του πρώτου «Βίνσεντ» πάνω στη γέννα, ακριβώς ένα χρόνο πριν, στις 30 Μαρτίου 1852.
Δεν είναι γνωστό αν ο Βίνσεντ γνώριζε την ύπαρξη του μεγαλύτερου αδελφού του, όμως ορισμένοι ψυχοαναλυτικοί βιογράφοι που έχουν εργαστεί πάνω σε αυτήν την σύμπτωση επισημαίνουν, ότι η βασανιστική ψυχολογική μάχη του Βαν Γκογκ είχε μία βάση στο γεγονός ότι για τους γονείς του ήταν «το παιδί αντικαταστάτης»
Είχε πέντε ακόμη αδέλφια, δύο αγόρια τον Τέο, ο οποίος ήταν το αγαπημένο του πρόσωπο, ο φίλος, ο ατζέντης του, τον Κορνήλιους Βίνσεντ και τρεις αδελφές την Άννα Κορνέλια, την Ελίζαμπεθ και την Βιλεμίνα.
Επειδή τα περισσότερα στοιχεία για τη ζωή του τα γνωρίζουμε μέσα από τα γράμματά του στον αδελφό του Τέο, λίγα είναι γνωστά για τα πρώτα χρόνια της ζωής του.

Στα απομνημονεύματά της, η αδελφή του Ελίζαμπεθ θυμάται τον Βίνσεντ ως ένα σοβαρό, ευαίσθητο αγόρι που προτιμούσε να απομονώνεται από την οικογένεια και τους φίλους, ενώ αγαπούσε πολύ τα λουλούδια , τα πουλιά και τα έντομα.
Ήταν πολύ καλός μαθητής, όμως η επιλογή των ρούχων του, καθώς και ό,τι έτρωγε τον έκαναν να μοιάζει παράξενος και ιδιόρρυθμος στα υπόλοιπα παιδιά.
Από το 1864 έως 1866 φοίτησε σε ένα σχολείο στο Zevenbergen, όπου έμαθε αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά, προτού μεταφερθεί σε ένα νέο λύκειο στο Τίλμπουργκ. Από εκεί έφυγε στα μέσα του δεύτερου χρόνου πιθανώς λόγω υψηλών εξόδων για τα δίδακτρα. Εκεί δίδασκε ένας σπουδαίος καθηγητής καλλιτεχνικών, όμως ο Βίνσεντ από μικρός δεν είχε δείξει κάποια κλίση στις τέχνες και η εκκεντρικότητά του δεν έδειχνε καλλιτεχνική τάση.
Σε ηλικία 16 ετών βρήκε δουλειά ως έμπορος τέχνης, αλλά η καριέρα του ως πωλητής ήταν πολύ σύντομη. Η ειλικρίνειά του δεν του επέτρεπε να πει ανακρίβειες ή ψέματα για να κάνει μια πώληση και συνήθως κατέληγε να δίνει την αφιλτράριστη άποψή του για το έργο. Έγραψε στην αδερφή του, Βιλελμίνα: «Οι γκαλερί είναι υποχείρια όσων έχουν τα χρήματα. Μόλις το ένα δέκατο όλων των αγοραπωλησιών έχουν σχέση με την πραγματική τέχνη», έλεγε.

Ο έρωτας για την πρώτη του ξαδέλφη
Απέτυχε σε όλες τις δουλειές που προσπάθησε να κάνει και σε ηλικία 24 ετών, αναγκάστηκε να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του και να σπουδάσει θεολογία σε μια κατώτερη σχολή που τον δέχθηκε, ώστε να γίνει κληρικός.
Την ίδια περίοδο, οι γονείς του φιλοξενούσαν την πρώτη ξαδέρφη του Κι Βος, που δεν είχε γνωρίσει ξανά ο Βαν Γκογκ. Ο ζωγράφος την ερωτεύτηκε και με τη συνηθισμένη ειλικρίνειά του, της εξέφρασε τα συναισθήματά του. Η κοπέλα όχι μόνο δεν τα ανταποκρίθηκε, αλλά σοκαρίστηκε από την ανηθικότητα του ξαδέρφου της, που τόλμησε να έχει ερωτικά συναισθήματα για μία τόσο κοντινή συγγενή του.

Το κομμένο αυτί
Σε ηλικία 27 ετών παρακολούθησε μαθήματα τα οποία σύντομα έληξαν αφού ή τσακώνονταν με τους καθηγητές ή τον απέβαλλαν. Το 1888, ο Βαν Γκογκ μετακόμισε στην πόλη Αρλ της Νότιας Γαλλίας και αφιερώθηκε στη ζωγραφική. Συγκατοικούσε με έναν άλλο ζωγράφο, τον Πολ Γκογκέν, με τον οποίο ο Βαν Γκογκ ανέπτυξε πολύ στενή φιλία.
Οι δύο άντρες περνούσαν κάθε μέρα μαζί και η περίοδος ήταν μία από τις ευτυχέστερες της ζωής του Βαν Γκογκ. Όμως ο Γκογκέν δεν συμμεριζόταν τη χαρά του φίλου του. Το Δεκέμβριο του 1888 αποφάσισε να μετακομίσει, γιατί δεν άντεχε άλλο τις παραξενιές του.
Στις 23 Δεκεμβρίου, ανακοίνωσε την απόφασή του στον Βαν Γκογκ και έφυγε απ’ το σπίτι για τη βραδινή του βόλτα. Ο Βαν Γκογκ τον ακολούθησε μες στο σκοτάδι, κουβαλώντας ένα ξυράφι. Ο Γκογκέν τον είδε, αλλά δεν αντέδρασε και ο Βαν Γκογκ επέστρεψε στο σπίτι. Ο Βαν Γκογκ ήταν μόνος στο σπίτι γιατί ο Γκογκέν αποφάσισε να περάσει τη νύχτα σε ξενοδοχείο, μέχρι να ηρεμήσει ο φίλος του. Όμως όσο περνούσαν οι ώρες, η οργή του ζωγράφου φούντωνε. Ξαφνικά άρπαξε το ξυράφι και έκοψε ένα κομμάτι απ’ το αριστερό του αυτί.

Το 1889 εισάγεται στο ψυχιατρικό κέντρο του μοναστηριού του Αγίου Παύλου στον Σαιν Ρεμύ, όπου και παραμένει συνολικά για ένα περίπου χρόνο πάσχοντας από κατάθλιψη. Κατά την παραμονή του εκεί, συνεχίζει να ζωγραφίζει.
Τον Μάιο του 1890 εγκαταλείπει την ψυχιατρική κλινική και ζει για ένα διάστημα σε μία περιοχή κοντά στο Παρίσι, όπου παρακολουθείται από τον γιατρό Πωλ Γκασέ, στον οποίο είχε συστήσει τον βαν Γκογκ ο ζωγράφος Καμίλ Πισαρό. Στο διάστημα που παρακολουθείται ιατρικά, ο βαν Γκογκ παράγει ένα μόνο έργο, που αποτελεί προσωπογραφία του Γκασέ.
Το τέλος «μαζί» με τον αδελφό του
Στις αρχές Ιουλίου του 1890, έστειλε γράμμα στον αδερφό του: «Νιώθω αποτυχημένος. Αυτό είναι όλο. Νιώθω ότι αυτό είναι το πεπρωμένο μου και το αποδέχομαι. Δεν θα αλλάξει ποτέ».
Στις 27 του μήνα, ο Βαν Γκογκ αυτοπυροβολήθηκε, αλλά δεν πέθανε ακαριαία.Περπάτησε μέχρι το σπίτι του, όπου τον περιποιήθηκαν δύο γιατροί, οι οποίοι δεν κατάφεραν να του προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια.
Ο Βαν Γκογκ αργοπέθαινε, όμως πρόλαβε να έρθει να τον δει ο αδελφός του Τέο, που ήταν βαριά άρρωστος με πνευμονία.
Άφησε την τελευταία του πνοή στης 29 Ιουλίου του 1890 και έξι μήνες μετά πέθανε και ο αδερφός του, ο οποίος ήταν πια ένας καταξιωμένος έμπορος τέχνης.
Η καταξίωση μετά θάνατον
Είναι μία από τις περιπτώσεις καλλιτεχνών που αναγνωρίστηκαν μετά το θάνατό τους.
Το 1901 έγινε έκθεση στο Παρίσι και μέχρι το 1915 τα έργα του ήταν περιζήτητα. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες στην ιστορία της τέχνης.
Τα τοπία που ζωγράφισε με την ιδιαίτερη τεχνική και τα ζωντανά χρώματα είναι σημείο αναφοράς. Συνολικά ζωγράφισε πάνω από 800 πίνακες, που η σημερινή τους αξία είναι μυθική .
Η ζωή του έγινε ταινία με τίτλο «Στην πύλη της αιωνιότητας» και ενσαρκώθηκε από τον Γουίλεμ Νταφόε, ο οποίος ήταν υποψήφιος για Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, για την καθηλωτική ερμηνεία του, ενώ στην ταινία «Loving Vincent» τα έργα του πήραν ζωή και κίνηση.
Δείτε τα τρέιλερ:







