«Δεν θέλω να πάω σχολείο». «Κι αν δεν τα καταφέρω;». «Κι αν η δασκάλα με ρωτήσει και δεν ξέρω την απάντηση;». «Κι αν τα άλλα παιδιά δεν παίξουν μαζί μου;»
Το σχολικό άγχος μπορεί να εμφανιστεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και δεν αφορά μόνο την πρώτη μέρα του σχολείου. Για κάποια παιδιά μπορεί να ξεκινήσει από μια αλλαγή στην τάξη ή έναν καινούργιο δάσκαλο, για άλλα από τις εργασίες, τις σχέσεις με τους συμμαθητές ή τον φόβο ότι δεν θα ανταποκριθούν στις απαιτήσεις.
Ο ρόλος του γονιού δεν είναι να εξαφανίσει κάθε δυσκολία από τη διαδρομή του παιδιού. Είναι να το βοηθήσει να καταλάβει τι αισθάνεται, τι το φοβίζει και πώς μπορεί σταδιακά να το διαχειριστεί.
Και εδώ υπάρχει μια μικρή αλλά σημαντική αλλαγή στον τρόπο που μπορούμε να το προσεγγίσουμε.
Αντί για «Πώς θα κάνω το παιδί μου να νιώσει καλύτερα;»
Όταν βλέπουμε το παιδί μας αγχωμένο, η πρώτη μας σκέψη είναι συχνά να βρούμε αμέσως μια λύση.
«Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά».
«Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι».
«Θα μιλήσω εγώ στη δασκάλα».
«Μην το σκέφτεσαι άλλο».
Η πρόθεση είναι φυσικά να το προστατεύσουμε. Όμως, σύμφωνα με την προσέγγιση που περιγράφεται στο αρχικό άρθρο, μια πιο βοηθητική ερώτηση είναι:
«Πώς μπορώ να βοηθήσω το παιδί μου να καταλάβει καλύτερα τον εαυτό του;»
Η διαφορά είναι σημαντική. Αντί να προσπαθούμε κάθε φορά να απομακρύνουμε το δυσάρεστο συναίσθημα, βοηθάμε το παιδί να αναγνωρίσει τι του συμβαίνει και να αποκτήσει σταδιακά τα δικά του εργαλεία.
Πρώτα ακούμε και μετά προσπαθούμε να λύσουμε το πρόβλημα
Ένα παιδί που λέει «φοβάμαι το σχολείο» δεν χρειάζεται απαραίτητα μια άμεση απάντηση. Χρειάζεται πρώτα έναν γονιό που θα το ακούσει.
Μπορείτε να ρωτήσετε:
- «Τι είναι αυτό που σε αγχώνει περισσότερο;»
- «Πότε νιώθεις περισσότερο αυτόν τον φόβο;»
- «Τι σκέφτεσαι εκείνη τη στιγμή;»
- «Τι πιστεύεις ότι μπορεί να συμβεί;»
- «Τι θα σε βοηθούσε να νιώσεις λίγο πιο ασφαλής;»
Αποφύγετε να βιαστείτε να πείτε στο παιδί ότι ο φόβος του είναι υπερβολικός ή ότι «δεν υπάρχει κανένας λόγος να αγχώνεται». Για ένα παιδί, αυτό που αισθάνεται είναι πραγματικό, ακόμη κι αν ο φόβος του δεν ανταποκρίνεται σε πραγματικό κίνδυνο.
Βοηθήστε το να «ξεχωρίσει» το άγχος από τον εαυτό του
Ένα παιδί μπορεί εύκολα να περάσει από το «φοβάμαι» στο «είμαι φοβισμένο» ή από το «δυσκολεύομαι» στο «δεν μπορώ».
Είναι χρήσιμο να του δείξετε ότι το άγχος είναι ένα συναίσθημα και όχι χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του.
Μπορείτε ακόμη να του δώσετε ένα παιχνιδιάρικο όνομα, αν αυτό ταιριάζει στην ηλικία και τον χαρακτήρα του.
«Μήπως σήμερα ήρθε πάλι το αγχωμένο τερατάκι;»
Έτσι το παιδί μπορεί σταδιακά να μάθει να λέει «έχω άγχος» αντί για «είμαι αγχωμένος» και να αντιλαμβάνεται ότι το συναίσθημα μπορεί να εμφανιστεί, αλλά μπορεί και να υποχωρήσει.
Μην απαντάτε αμέσως στον φόβο του
Αν ένα παιδί πει:
«Φοβάμαι ότι αύριο θα με ρωτήσει η δασκάλα και δεν θα ξέρω την απάντηση»,
είναι εύκολο να απαντήσουμε:
«Μα αποκλείεται, τα ξέρεις όλα!».
Πιο χρήσιμο μπορεί να είναι να συνεχίσουμε τη συζήτηση:
«Τι πιστεύεις ότι θα γίνει αν δεν ξέρεις την απάντηση;»
ή
«Τι θα μπορούσες να κάνεις εκείνη τη στιγμή;»
Με αυτόν τον τρόπο το παιδί δεν περιμένει από τον γονιό να του δώσει κάθε απάντηση. Μαθαίνει να εξετάζει μόνο του τη σκέψη που προκαλεί το άγχος και να αναζητά πιθανές λύσεις.
Βοηθήστε το να ελέγξει τη σκέψη του
Το άγχος συχνά μεγαλώνει όταν το παιδί φαντάζεται το χειρότερο πιθανό σενάριο.
Αν πει:
«Κανείς δεν θα θέλει να παίξει μαζί μου»,
μπορείτε να ρωτήσετε:
«Τι σε κάνει να το πιστεύεις αυτό;»
ή:
«Έχει συμβεί κάτι που σε έκανε να το σκεφτείς;»
και στη συνέχεια:
«Υπάρχει και κάτι άλλο που θα μπορούσε να συμβεί;»
Ο στόχος δεν είναι να πείσετε το παιδί ότι «κάνει λάθος», αλλά να το βοηθήσετε να δει ότι μια αγχωμένη σκέψη δεν είναι απαραίτητα και μια βεβαιότητα για το τι θα συμβεί.
Δώστε του μικρά εργαλεία για τη δύσκολη στιγμή
Όταν το παιδί έχει καταλάβει τι το αγχώνει, μπορείτε μαζί να βρείτε έναν απλό τρόπο να το διαχειρίζεται.
Για παράδειγμα:
«Όταν νιώσεις ότι αγχώνεσαι, πάρε τρεις αργές αναπνοές και σκέψου ποιο είναι το πρώτο μικρό πράγμα που μπορείς να κάνεις.»
Για ένα μικρότερο παιδί μπορεί να βοηθήσει ακόμη περισσότερο μια εικόνα ή ένα παιχνίδι: να φανταστεί ότι «φουσκώνει ένα μπαλόνι» παίρνοντας αργά αέρα και στη συνέχεια το αφήνει να ξεφουσκώσει.
Το σημαντικό είναι το παιδί να αποκτήσει την αίσθηση ότι μπορεί να κάνει κάτι όταν εμφανίζεται το άγχος, αντί να αισθάνεται ότι αυτό το συναίσθημα έχει τον απόλυτο έλεγχο.
Και κάτι ακόμη: δεν χρειάζεται να προλάβουμε κάθε δυσκολία
Η αγάπη και η προστασία δεν σημαίνουν ότι πρέπει να απομακρύνουμε κάθε εμπόδιο από τον δρόμο του παιδιού.
Αντίθετα, μέσα από μικρές καθημερινές δυσκολίες μπορεί να μάθει να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του, να ζητά βοήθεια, να δοκιμάζει λύσεις και να διαπιστώνει ότι μπορεί να τα καταφέρει ακόμη κι όταν αρχικά φοβάται.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να μεγαλώσουμε ένα παιδί που δεν αγχώνεται ποτέ. Είναι να το βοηθήσουμε να γίνει ένα παιδί που, όταν αγχωθεί, ξέρει να αναγνωρίζει αυτό που αισθάνεται και να βρίσκει τρόπους να το αντιμετωπίζει.
Αν όμως το άγχος είναι έντονο, επιμένει για μεγάλο διάστημα ή επηρεάζει σημαντικά τον ύπνο, το σχολείο, τις σχέσεις, το φαγητό ή την καθημερινότητα του παιδιού, αξίζει να ζητήσετε τη συμβουλή ειδικού ψυχικής υγείας παιδιών.








