«Χθες το πρωί, γλιστρώντας στο καμίνι της πόλης, πήγα να αποχαιρετίσω τα παιδιά του σχολείου που δούλεψα τα τελευταία τρία χρόνια˙ αν και τα βρίσκω κάπως σκούρα με τους αποχαιρετισμούς αφού συνήθως οι δακρυϊκοί μου αδένες τα παίζουν. Λόγω ορισμένων καταστάσεων δεν γνωρίζω αν θα έχω δουλειά του χρόνου, πόσο μάλλον αν θα βρίσκομαι στο ίδιο σχολείο, έτσι ήταν μια ιδιαίτερη στιγμή για μένα και δεν μπορούσα ούτε να απαντήσω στο γνωστό, «θα είσαι και του χρόνου» ερώτημα.
Μικρά σπόρια γίνονται λουλούδια και τα χαίρεσαι, σαν να ‘ναι τα σχολειά οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας. Τα χαίρεσαι και φοβάσαι, τουλάχιστον έτσι το βιώνω εγώ. Είναι ψέμα, θαρρώ, πως σε προετοιμάζει να βγεις έξω. Αυτό το έξω. Που έξω; Είναι ποτέ έτοιμος ο μονομάχος, όσα εφόδια κι αν του φορτώσεις στην πλάτη να βγει στην αρένα με τα λιοντάρια; Είναι ποτέ προετοιμασμένος επαρκώς να αντιμετωπίσει τους διψασμένους για βία και αίμα θεατές;
Που έξω;
Εκεί που ένα παιδί πάει κρουαζιέρα κι ένα άλλο ψάχνει την ελπίδα με ένα καρυδότσουφλο; Εκεί που ο θάνατος χτυπά την πόρτα κι η μάνα πλέον μόνη χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της και ταυτόχρονα το πενιχρό επίδομα; Εκεί που μαθαίνεις απ’ τα παιδιά πως τα ερμάρια στο σπίτι είναι άδεια; Εκεί που μια σταλιά πλάσματα σου λένε πως τα διώχνουν απ’ το σπίτι για να κτίσουν πολυκατοικίες ή γιατί δεν μπορούν να πληρώσουν το νέο υψηλότερο ενοίκιο; Εκεί που μεγαλύτερα αδέρφια σου λένε «όποιος ακούσει πως είμαστε ξένοι δεν μας ενοικιάζει», εκεί που τα χλευάζουν και τα διώχνουν «παίξετε λλίο πάρατζει εσείς μάνα μου!».
-Εν λάθος κύριε; Εν λάθος που γεννηθήκαμε;
Το σχολείο μας το αποφεύγουν.
Το σχολείο μας το αποφεύγουν γονείς και εκπαιδευτικοί, γονείς που αλλάζουν οδούς και εκπαιδευτικοί που ζητάνε ρουσφέτι. Το σχολείο της γειτονιάς είναι το σπίτι μου και το αντίστροφο, το γήπεδο, τα παγκάκια, οι αυλές. Το μισό πρόσφατα δόθηκε σε ιδιωτική σχολή κι ο υπουργός ήρθε με την αστραφτερή του λιμουζίνα να δει τα παιδιά, όχι όλα, εκείνα που οι γονείς πληρώνουν τέσσερα χιλιάρικα τον χρόνο, τους έσφιξε το χέρι και φωτογραφήθηκε μαζί τους. Εγώ γύρισα την πλάτη κι έφυγα για το σπίτι, τι κούφιος που έμοιαζε.
Αν μπορώ να συναντήσω τον εαυτό μου κάπου είναι στα παιδιά αυτά, τα φτωχά, τα «ξένα», τα «ξυπόλυτα», εκείνα που δεν θα απλώσει κανένας το χέρι να χαιρετήσει, τα παιδιά της γειτονιάς, εκείνα που με φωνάζουν με το μικρό, που χαίρονται με το παραμικρό, τα διαφορετικά, τα μοναχικά, που φορτώνονται ογκώδεις ευθύνες στη μικρή τους πλατούλα και που κλαίνε σαν ξεκολλήσουν τα παπούτσια. Σαν να ‘ναι μικροί αρσιβαρίστες και αρσιβαρίστριες που κουβαλούν στις τσάντες τέρατα και στα μάτια τους δεν βρίσκεις κόρες παρά μόνο ερείπια, θολές μνήμες, λύπη, πόλεμο, εγκατάλειψη.
Τρέχα. Πήδα. Κρύψου.
Κι εσύ υπομονετικά λέει, θα φυτέψεις μέσα με θαλπωρή ένα -έστω- μικρό χρωματιστό λουλουδάκι ωσότου φύγουν οι μπόρες, ωσότου χαθούν τα σύννεφα και βγει το ουράνιο τόξο.
Έφυγα που λέτε, μετά τα παρατεταμένα μας αντίο, με κερασμένα δυο γλυκά και μια σοκολάτα, από παιδιά που έμαθαν να δίνουν απ’ όσα δεν έχουν. Ομολογώ πως με το ζόρι τα φερα σπίτι, «βαρούσαν» τόσο και δεν χώραγαν μέσα στην παλάμη μου, διόλου δεν έφταιγαν τα υλικά που ήταν φτιαγμένα, είναι κάτι άυλο που δεν το βλέπεις αλλά γεμίζει ένα δωμάτιο ίσα με μια τάξη, ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, τα παιδιά.
Μέσα σε μια χούφτα χωράει ένα μυαλό, μια καρδιά ή και τα δυο, να μη γίνουν σαν κι εμάς, κράτα τα με προσοχή, καλύτερα να γενούν, σ’ ένα κόσμο που θα τα χωράει όλα, που θα δίνουν απλόχερα το ένα στο άλλο, ένα δωμάτιο ίσα με μια τάξη, ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, τα παιδιά, μια κοινωνία για τα παιδιά που δεν μου επέτρεψαν ούτε φέτος να μεγαλώσω. Ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, τα παιδιά, δυο γλυκά, όχι όχι, τρία ήταν τα γλυκά, κι άλλα τόσα που έχωσα πίσω κρυφά στη τσάντα τους.
Αποκοιμιέμαι, ξυπνώ. Διαβάζω πως ψαράς έπιασε στα δίχτυα του ανθρώπους. Τι όμορφος κόσμος να ζεις…
Μόνη ευχή μου να υποφέρουν λιγότερο από μας, μου γλιστρά το μολύβι, δεν υπάρχει τέλος παρά μόνο η ψευδαίσθηση της καινούριας αρχής.
Ξημέρωσε.
Σ’ ένα σπίτι κάπου˙ αμφιβάλλω.
Θα μάθουμε αύριο άμα είναι, μπορεί και όχι.
Σου λέω πονάει, μου λες τι σε νοιάζει;
Πάλι καλά που δεν έγινα δάσκαλος».
Σκέψεις Αδέσποτες – Πάμπος Σοφοκλέους
- Το «Ευτυχώς που δεν έγινα δάσκαλος» δημοσιεύθηκε στις 22/6/2023 για πρώτη φορά κι ίσως μελλοντικά συμπεριληφθεί σ’ ένα βιβλίο με αφηγήματα.
- Το τρίτο βιβλίο του αυτοοργανωμένου εγχειρήματος μας έχει κυκλοφορήσει, βρείτε το με ελεύθερη συνεισφορά σε επιλεγμένα σημεία, περισσότερες πληροφορίες εδώ






