Την αναδρομική παραχώρηση επιδόματος μονογονεϊκής οικογένειας εισηγείται η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, Δέσπω Μιχαηλίδου, σε έκθεσή της που ετοιμάστηκε με αφορμή δύο παράπονα που έλαβε, που αφορούσαν τερματισμό της παροχής επιδόματος τέκνου και μονογονιού σε παιδιά των οποίων ο γονέας που δεν έχει τη φύλαξη και την επιμέλεια διαβιεί σε άλλο κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην έκθεσή της η Επίτροπος εισηγείται διαφοροποίηση του επιδόματος τέκνου από αυτό της μονογονεϊκής οικογένειας, τονίζοντας πως το επίδομα καταβάλλεται σε οικογένειες, οι οποίες συντηρούνται από έναν και μόνο γονιό.
Εξηγεί παράλληλα ότι το επίδομα αυτό εκ της φύσεως του προορίζεται για τη συντήρηση των μελών της οικογένειας όταν ο ένας γονέας δεν έχει τη στήριξη του άλλου γονέα, επομένως δεν θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση του άλλου γονέα, ο οποίος διαμένει και εργάζεται σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ.
Τα παράπονα που υποβλήθηκαν στο γραφείο της Επιτρόπου αφορούσαν τον τερματισμό της παροχής επιδόματος τέκνου και μονογονιού σε δύο μονογονεϊκές οικογένειες, για λόγους που συνδέονται με την διαμονή ενός εκ των γονέων, σε άλλο κράτος – μέλος της ΕΕ.
Άνεργη μητέρα η πρώτη καταγγελία
Το πρώτο παράπονο αφορούσε άνεργη μονογονιό, Ευρωπαία υπήκοο, η οποία ζούσε από το 2009 με τα τρία παιδιά της στη Λευκωσία και λάμβανε επίδομα τέκνου και μονογονιού από το Μάρτιο του 2017.
Η καταβολή των συγκεκριμένων επιδομάτων τερματίστηκε με το αιτιολογικό ότι το επίδομα τέκνου καταβάλλεται από τη χώρα στην οποία εργάζεται και καταβάλλει κοινωνικές ασφαλίσεις ο πατέρας (στη συγκεκριμένη περίπτωση τη Νορβηγία), αφού η μητέρα που διαμένει στην Κύπρο και έχει τη φύλαξη των παιδιών είναι άνεργη και δεν καταβάλλει κοινωνικές ασφαλίσεις.
Η οικογένεια εγκατέλειψε τελικά την Κύπρο, λόγω των ανυπέρβλητων οικονομικών δυσκολιών που η μονογονέας αντιμετώπιζε.
Συνεπώς, τρία παιδιά που είχαν μεγαλώσει στην Κύπρο και φοιτούσαν σε δημοτικά σχολεία της Κύπρου οδηγήθηκαν σε αναγκαστική εγκατάλειψη της «πατρίδας» που γνώριζαν.
Μητέρα μόνο γονιό η δεύτερη καταγγελία
Το δεύτερο παράπονο αφορούσε μονογονιό που ζει στη Λεμεσό με το 4χρονο παιδί της, Κύπριο υπήκοο του οποίου με απόφαση δικαστηρίου έχει τη γονική μέριμνα. Η μητέρα έλαβε την κυπριακή υπηκοότητα περί το 1998. Το 2012 μετακόμισε στη Νορβηγία, όπου και εργαζόταν ο σύζυγος της και παρέμεινε εκεί μέχρι το 2017 οπόταν επέστρεψε στην Κύπρο.
Υπέβαλε δεύτερη αίτηση για επίδομα τέκνου και μονογονεϊκής οικογένειας για το έτος 2017 που απορρίφθηκε για τον ίδιο λόγο, όπως και στην πρώτη περίπτωση.
Αυτή τη στιγμή, μετά από χρονοβόρες δικές της ενέργειες και με τη βοήθεια του πρώην συζύγου της, κατάφερε να λαμβάνει το επίδομα τέκνου από τη Νορβηγία και της δόθηκαν και τα αναδρομικά που της αναλογούσαν.
Η καταβολή του επιδόματος μονογονεϊκής οικογένειας από τη Κυπριακή Δημοκρατία, για το κρίσιμο χρονικό διάστημα, εξακολουθεί να εκκρεμεί.
Στην έκθεσή της η Επίτροπος σημειώνει ότι τα ερωτήματα που υπέβαλε στο πλαίσιο της διερεύνησης του πρώτου παραπόνου παρέμειναν αναπάντητα από την αρμόδια Αρχή παρά το γεγονός ότι δόθηκε χρονικό διάστημα πέραν του ενός χρόνου για να τοποθετηθεί.
Τα παράπονα που υποβλήθηκαν στο γραφείο της Επιτρόπου αφορούσαν τον τερματισμό της παροχής επιδόματος τέκνου και μονογονιού σε δύο μονογονεϊκές οικογένειες, για λόγους που συνδέονται με την διαμονή ενός εκ των γονέων, σε άλλο κράτος – μέλος της ΕΕ.
Όσον αφορά στη δεύτερη μονογονεϊκή οικογένεια, η αρμόδια Αρχή στη Νορβηγία έχει προχωρήσει σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της καταβολής των αναδρομικών ποσών σε ό,τι αφορά στο επίδομα τέκνου, όμως ακόμα εκκρεμεί το επίδομα μονογονιού. Στη βάση των ανωτέρω, η Επίτροπος εισηγείται την αναδρομική παραχώρηση επιδόματος μονογονεϊκής οικογένειας.
Αναγκαία η επιμόρφωση των δημοσίων λειτουργών
Καταλήγοντας, η Επίτροπος υπογραμμίζει την αναγκαιότητα εκπαίδευσης και επιμόρφωσης των αρμόδιων λειτουργών που ασχολούνται με επιδόματα ή παροχές που εμπίπτουν στην έννοια της κοινωνικής ασφάλισης και στις διατάξεις του κανονισμού, έτσι ώστε κατά την εξέταση αιτήσεων που έχουν ή ενδέχεται να έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα, να είναι σε θέση να τον εφαρμόσουν αποτελεσματικά σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν και από τον εφαρμοστικό κανονισμό προς αποφυγή αχρείαστης ταλαιπωρίας στις οικογένειες. «Είναι αδιανόητο ο/η αιτητής/τρια, ο/η οποίος/α πολλές φορές είναι σε ιδιαίτερα ευάλωτη οικονομική κατάσταση, όπως και στις δύο περιπτώσεις που έχω εξετάσει, για να διασφαλίσει τα δικαιώματά του να πρέπει να αποτείνεται ο ίδιος σε διαφορές αρχές των κρατών – μελών για να διερευνήσει τη νομική ρύθμιση που διέπει τη σχέση του με το εκάστοτε κράτος – μέλος», καταλήγει η Δέσπω Μιχαηλίδου.
Το πόρισμα της Επιτρόπου διαβιβάστηκε στην Υπουργό Εργασίας.
Πηγή: philenews.com









