«Η αδελφή σου στην ηλικία σου διάβαζε μόνη της». «Ο συμμαθητής σου γιατί τα καταφέρνει καλύτερα;». «Δες πόσο ήσυχο είναι το παιδί της φίλης μου». Είναι φράσεις που μπορεί να ξεφεύγουν από το στόμα ενός γονιού μέσα στην κούραση της καθημερινότητας, με την πρόθεση να παρακινήσει το παιδί του να προσπαθήσει περισσότερο.
Τι ακούει, όμως, πραγματικά ένα παιδί όταν συγκρίνεται διαρκώς με τους άλλους;
Αυτό που ο ενήλικας θεωρεί ένα αθώο σχόλιο ή ένα κίνητρο για βελτίωση, το παιδί μπορεί να το εκλάβει ως μήνυμα ότι δεν είναι αρκετά καλό όπως είναι. Και όταν οι συγκρίσεις επαναλαμβάνονται, υπάρχει ο κίνδυνος να αρχίσει να μετρά την αξία του με βάση τις επιδόσεις, τη συμπεριφορά ή τα επιτεύγματα των άλλων.
Οι γονείς δεν χρειάζεται να αποφεύγουν κάθε αναφορά σε άλλα παιδιά. Χρειάζεται, όμως, να προσέχουν το μήνυμα που περνούν και να θυμούνται ότι κάθε παιδί αναπτύσσεται με τον δικό του ρυθμό.
Γιατί οι γονείς συγκρίνουν τα παιδιά τους με άλλα;
Συχνά, οι συγκρίσεις ξεκινούν από την αγωνία. Ένας γονιός μπορεί να ανησυχεί για τις σχολικές επιδόσεις, την κοινωνική συμπεριφορά ή την αυτονομία του παιδιού του και να προσπαθεί να το βοηθήσει να προοδεύσει.
Άλλες φορές, οι συγκρίσεις προκύπτουν αυθόρμητα, επειδή οι ενήλικες παρατηρούν τι κάνουν τα παιδιά των φίλων τους ή τι συμβαίνει μέσα στην τάξη.
Η πρόθεση μπορεί να είναι καλή, αλλά ο τρόπος έχει σημασία. Όταν το παιδί ακούει επανειλημμένα ότι κάποιος άλλος είναι καλύτερος, πιο έξυπνος, πιο υπάκουος ή πιο επιμελής, μπορεί να εστιάσει λιγότερο στη δική του πρόοδο και περισσότερο στην ανάγκη να αποδείξει ότι αξίζει.
Αντί να αναρωτιέται «Τι μπορώ να μάθω;», ενδέχεται να αρχίσει να σκέφτεται «Γιατί δεν είμαι σαν εκείνον;».
Τι μπορεί να αισθάνεται ένα παιδί όταν το συγκρίνουν;
Κάθε παιδί αντιδρά διαφορετικά. Κάποιο μπορεί να θυμώσει, άλλο να αποσυρθεί και άλλο να προσπαθήσει υπερβολικά να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των γονιών του.
Οι επαναλαμβανόμενες αρνητικές συγκρίσεις μπορεί να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τις ικανότητές του και να ενισχύσουν το αίσθημα ότι δεν είναι αρκετά καλό.
Μερικές φορές, το παιδί δεν θα εκφράσει ανοιχτά τη στενοχώρια του. Μπορεί απλώς να σταματήσει να μοιράζεται τις δυσκολίες του, επειδή φοβάται ότι θα ακολουθήσει άλλη μία σύγκριση ή επίπληξη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα μεμονωμένο σχόλιο θα προκαλέσει απαραίτητα μακροχρόνια προβλήματα. Η συνολική σχέση, ο τρόπος επικοινωνίας και η συχνότητα τέτοιων σχολίων έχουν σημασία.
«Γιατί δεν μπορείς να είσαι σαν τον αδελφό σου;»
Οι συγκρίσεις ανάμεσα στα αδέλφια είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες, επειδή τα παιδιά μοιράζονται το ίδιο οικογενειακό περιβάλλον και συχνά διεκδικούν την προσοχή των ίδιων ανθρώπων.
Όταν ένας γονιός επαινεί συστηματικά το ένα παιδί ως πιο υπεύθυνο, πιο έξυπνο ή πιο συνεργάσιμο, ενώ παρουσιάζει το άλλο ως εκείνο που χρειάζεται συνεχώς να βελτιωθεί, μπορεί να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι οι ρόλοι μέσα στην οικογένεια είναι προκαθορισμένοι.
Το ένα παιδί μπορεί να αισθανθεί ότι πρέπει να διατηρεί διαρκώς την εικόνα του «καλού μαθητή», ενώ το άλλο να θεωρήσει ότι, ό,τι κι αν κάνει, θα βρίσκεται πάντα στη δεύτερη θέση.
Αντί να συγκρίνουν τα αδέλφια, οι γονείς μπορούν να αναγνωρίζουν τις ανάγκες και τις προσπάθειες του καθενός ξεχωριστά. Η δικαιοσύνη δεν σημαίνει ότι όλα τα παιδιά χρειάζονται ακριβώς την ίδια αντιμετώπιση, αλλά ότι καθένα αξίζει σεβασμό και υποστήριξη.
Τι να πείτε αντί για μια σύγκριση
Δεν χρειάζεται να σταματήσετε να ενθαρρύνετε το παιδί σας. Μπορείτε να το κάνετε χωρίς να χρησιμοποιείτε κάποιο άλλο παιδί ως μέτρο της αξίας του.
Αντί για «Ο συμμαθητής σου γράφει καλύτερα», δοκιμάστε:
«Ποιο σημείο σε δυσκόλεψε περισσότερο; Θέλεις να το δουλέψουμε μαζί;»
Αντί για «Η αδελφή σου δεν αντιδρά έτσι», μπορείτε να πείτε:
«Βλέπω ότι αυτό σε δυσκολεύει. Ας σκεφτούμε έναν τρόπο να το αντιμετωπίσεις».
Αντί για «Ο φίλος σου είναι πιο ανεξάρτητος», δοκιμάστε:
«Ποιο πράγμα θα ήθελες να αρχίσεις να κάνεις μόνος σου; Μπορούμε να το δοκιμάσουμε βήμα βήμα».
Αντί για «Πάλι δεν προσπάθησες αρκετά», μπορείτε να ρωτήσετε:
«Τι πιστεύεις ότι πήγε καλά και τι θα ήθελες να κάνεις διαφορετικά την επόμενη φορά;»
Με αυτόν τον τρόπο, η προσοχή μεταφέρεται από την επίδοση των άλλων στις δυνατότητες, στις ανάγκες και στην προσωπική πρόοδο του παιδιού.
Η σύγκριση που μπορεί πραγματικά να βοηθήσει
Δεν είναι κάθε σύγκριση επιβλαβής. Τα παιδιά μαθαίνουν παρατηρώντας τους άλλους και μπορούν να εμπνευστούν από τις προσπάθειες, τις δεξιότητες και τις συμπεριφορές των συνομηλίκων τους.
Η διαφορά βρίσκεται στο μήνυμα.
Άλλο είναι να πείτε «Είδες πώς ο φίλος σου περίμενε τη σειρά του; Θα μπορούσαμε να το δοκιμάσουμε κι εμείς στο επόμενο παιχνίδι» και άλλο να πείτε «Ο φίλος σου ξέρει να φέρεται, εσύ γιατί δεν μπορείς;».
Στην πρώτη περίπτωση, το άλλο παιδί λειτουργεί ως παράδειγμα μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Στη δεύτερη, γίνεται μέτρο αξιολόγησης της προσωπικότητας.
Οι γονείς μπορούν να εστιάζουν σε συγκεκριμένες δεξιότητες που το παιδί μπορεί να εξασκήσει, χωρίς να το χαρακτηρίζουν κατώτερο ή λιγότερο ικανό από κάποιον άλλον.
Πώς να βοηθήσετε το παιδί να αναγνωρίζει τη δική του πρόοδο
Ένας από τους πιο ουσιαστικούς τρόπους ενθάρρυνσης είναι να βοηθάτε το παιδί να παρατηρεί τι έχει καταφέρει σε σχέση με τον εαυτό του.
Αν δυσκολευόταν να διαβάσει ένα κείμενο και τώρα μπορεί να το κάνει με μεγαλύτερη άνεση, αναγνωρίστε την πρόοδό του. Αν προσπαθεί να διαχειρίζεται καλύτερα τον θυμό του, συζητήστε μαζί του τις στιγμές που κατάφερε να αντιδράσει διαφορετικά.
Είναι επίσης χρήσιμο να επαινείτε συγκεκριμένες προσπάθειες και συμπεριφορές αντί να χρησιμοποιείτε μόνο γενικούς χαρακτηρισμούς όπως «είσαι ο καλύτερος» ή «είσαι πανέξυπνος».
Για παράδειγμα, μπορείτε να πείτε: «Παρατήρησα ότι συνέχισες να προσπαθείς, ακόμη κι όταν δυσκολεύτηκες» ή «Μου άρεσε που ζήτησες βοήθεια αντί να τα παρατήσεις».
Παράλληλα, αφήστε χώρο για τα λάθη. Το παιδί χρειάζεται να γνωρίζει ότι μπορεί να δυσκολευτεί, να αποτύχει και να ξαναπροσπαθήσει χωρίς να κινδυνεύει να χάσει την αποδοχή σας.
Δεν χρειάζεται να είναι καλύτερο από τους άλλους για να αξίζει
Οι γονείς θέλουν να βλέπουν τα παιδιά τους να προοδεύουν και να αξιοποιούν τις δυνατότητές τους. Είναι φυσικό να ανησυχούν όταν δυσκολεύονται ή όταν φαίνεται να μένουν πίσω σε κάποιον τομέα.
Ωστόσο, η ενθάρρυνση δεν χρειάζεται να στηρίζεται στον ανταγωνισμό. Ένα παιδί μπορεί να χρειάζεται περισσότερη εξάσκηση στα μαθηματικά, περισσότερο χρόνο για να αποκτήσει αυτονομία ή βοήθεια για να διαχειριστεί τα συναισθήματά του. Αυτές οι ανάγκες δεν καθορίζουν την αξία του.
Το σημαντικό είναι να γνωρίζει ότι οι γονείς του το βλέπουν ως ξεχωριστό άνθρωπο, με δυνατότητες, δυσκολίες και τον δικό του ρυθμό ανάπτυξης.
Γιατί, τελικά, ο στόχος δεν είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που θα είναι πάντα καλύτερα από τους άλλους. Είναι να τα βοηθήσουμε να γνωρίσουν τον εαυτό τους, να μάθουν από τα λάθη τους και να προχωρούν χωρίς να αισθάνονται ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν πως αξίζουν την αγάπη μας.








