Έρευνα ανατρέπει τη στερεοτυπική αντίληψη, ότι οι επιδόσεις είναι ζήτημα ευφυΐας και διαβάσματος
Καθώς γονείς και μαθητές ετοιμάζονται για την επιστροφή στα θρανία, όσο να πει κανείς η αγωνία για τη νέα σχολική χρονιά και τις επιδόσεις του παιδιού εντείνεται. Δεν είναι λίγοι γονείς και μαθητές που έχουν το άγχος της επιτυχίας, η οποία κατά βάση συνδέεται με το συστηματικό διάβασμα, αλλά και την ευφυΐα.
Όμως, μία νέα έρευνα από το Queen Mary University of London και το University College London ανατρέπει αυτή τη στερεοτυπική αντίληψη, αποκαλύπτοντας, ότι υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες, που συνηγορούν στην σχολική επιτυχία.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Nature Human Behaviour, με επικεφαλής τη Dr. Margherita Malanchini του Queen Mary University of London και του Dr. Andrea Allegrini του University College London, αποκάλυψε, ότι οι μη γνωστικές δεξιότητες, όπως το κίνητρο και η αυτοπειθαρχία είναι εξίσου σημαντικά με την ευφυΐα για την ακαδημαϊκή επιτυχία.
Αυτές οι δεξιότητες συνδέονται με γενετικούς παράγντες και παίζουν τον δικό τους καθοριστικό ρόλο. Η έρευνα, η οποία διεξήχθη σε συνεργασία με μία διεθνή ομάδα ειδικών, υποδηλώνει ότι η καλλιέργεια μη γνωστικών δεξιοτήτων παράλληλα με τις γνωστικές ικανότητες θα μπορούσε να βελτιώσει σημαντικά τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα.
Η έρευνα διεξήχθη σε περισσότερα από 10.000 παιδιά στην Αγγλία και την Ουαλία, από την ηλικία των 7 έως 16 ετών, χρησιμοποιώντας μεθόδους που περιλάμβαναν μελέτες σε δίδυμα και αναλύσεις DNA.
Οι γενετικοί παράγοντες
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα της έρευνας ήταν ο ολοένα και αυξανόμενος ρόλος της γενετικής στη διαμόρφωση των μη γνωστικών δεξιοτητων και ο αντίκτυπός τους στα ακαδημαϊκά επιτεύγματα. Αναλύοντας το DNA, οι ερευνητές δημιούργησαν έναν «πολυγονιδιακό δείκτη» για τις μη γνωστικές δεξιότητες, ουσιαστικά ένα γενετικό χάρτη της προδιάθεσης ενός παιδιού προς αυτές τις δεξιότητες.
Όπως εξηγεί ο Δρ Andrea Allegrini του University College London, «οι γενετικοί παράγοντες που σχετίζονται με τις μη γνωστικές δεξιότητες γίνονται ολοένα και πιο σημαντικοί για την ακαδημαϊκή επιτυχία κατά τη διάρκεια των σχολικών χρόνων. Μέχρι το τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, η γενετική προδιάθεση για μη γνωστικές δεξιότητες είναι εξίσου σημαντική με εκείνη για τις γνωστικές ικανότητες».
Το εύρημα αυτό ανατρέπει την παραδοσιακή αντίληψη, ότι οι σχολικές επιδόσεις καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τη νοημοσύνη του παιδιού. Αντιθέτως, υπογραμμίζει, ότι η συναισθηματική και συμπεριφορική σύνθεση ενός παιδιού είναι επηρεασμένη, τόσο από τα γονίδια, όσο και από το περιβάλλον.
Ο ρόλος του περιβάλλοντος
Ακόμη, η μελέτη υπογραμμίζει και τη σημασία του περιβάλλοντος στην ανάπτυξη των μη γνωστικών δεξιοτήτων. Συγκρίνοντας αδέλφια, οι ερευνητές κατάφεραν να απομονώσουν την επίδραση του κοινού οικογενειακού περιβάλλοντος από τη γενετική. Διαπιστώθηκε ότι, ακόμα και μέσα στην ίδια οικογένεια, τα παιδιά μπορεί να αναπτύξουν διαφορετικά επίπεδα μη γνωστικών δεξιοτήτων, ανάλογα με τις προσωπικές τους εμπειρίες και επιλογές.
Η σημασία των ευρημάτων αυτών είναι τεράστια για το εκπαιδευτικό σύστημα. Οι ειδικοί προτείνουν ότι τα σχολεία πρέπει να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στην καλλιέργεια των μη γνωστικών δεξιοτήτων των μαθητών.
Όπως τονίζει η δρ. Malanchini, «το εκπαιδευτικό μας σύστημα έχει παραδοσιακά επικεντρωθεί στην ανάπτυξη των γνωστικών ικανοτήτων. Είναι καιρός να ισορροπήσουμε αυτήν την προσέγγιση και να δώσουμε ίση σημασία στην καλλιέργεια των μη γνωστικών δεξιοτήτων. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα πιο περιεκτικό και αποτελεσματικό μαθησιακό περιβάλλον για όλους τους μαθητές».
Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης έχουν βαθύτερη εμπλοκή στην εκπαίδευση. Αναγνωρίζοντας τον κρίσιμο ρόλο των μη γνωστικών δεξιοτήτων, τα σχολεία μπορούν να αναπτύξουν στοχευμένες παρεμβάσεις, προκειμένου να υποστηρίξουν τη συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη των μαθητών, παράλληλα με την μάθηση.
Διαβάστε επίσης
Πότε μπορώ να κάνω σεξ αφού γεννήσω; Ο γυναικολόγος απαντά
Από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο: Οι 4 φάσεις της μετάβασης – και τι να κάνετε









