«Ήμουν 21 ετών όταν για πρώτη φορά κάποιος με ρώτησε αν είχα πέσει ποτέ θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. Χρειάστηκα συνεδρίες για κατάθλιψη, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και νευρική ανορεξία για περισσότερα από οκτώ χρόνια», γράφει στο scarymommy.com η μαμά-blogger Megan Whitaker. «Έμεινα έκπληκτη στο άκουσμα της ερώτησης αλλά απάντησα με ειλικρίνεια: «Ναι, για ποια από όλες τις φορές θέλετε να ακούσετε;».
Ανεξάρτητα από την ηλικία τους, πρέπει να ρωτήσετε τα παιδιά σας αν έχουν πέσει ποτέ θύματα σεξουαλικής κακοποίησης. Πρέπει να τα ρωτήσετε άμεσα και να είστε έτοιμοι για ό,τι πρόκειται να ακούσετε. Γιατί; Επειδή διαφορετικά δεν θα σας πούνε. Διαφορετικά, θα το κρύψουν.
Έκρυβα τις επιθέσεις που είχα δεχθεί για σχεδόν μια δεκαετία, ακόμα και όταν έβλεπα θεραπευτές, συμβούλους και ψυχιάτρους. Οι γονείς μου νόμιζαν ότι ήξεραν ποια είναι τα προβλήματά μου και θεωρούσαν ότι μου παρείχαν τη βοήθεια που χρειαζόμουν. Αλλά ποτέ κανείς δεν έκανε τις σωστές ερωτήσεις. Κανείς δεν καταλάβαινε το μίσος που ένιωθα για τον εαυτό μου και το άγχος που βίωνα εξαιτίας της κατακραυγής του κόσμου. Ένιωθα τόση ντροπή και τόσες πολλές ενοχές, που δεν είπα ποτέ τίποτα.
Υπάρχουν πολλά παιδιά και έφηβοι εκεί έξω που πηγαίνουν στους γονείς, τους δασκάλους, τους συμβούλους ή τους φίλους τους για να αναφέρουν τις επιθέσεις που έχουν δεχθεί. Όμως, υπάρχουν και περιπτώσεις παιδιών που δεν το κάνουν. Ακόμα χειρότερα, απευθύνονται περιστασιακά σε κάποιον ενήλικα ή φίλο που δεν τους πιστεύει ή τους προτρέπει να κρύψουν το γεγονός ότι κακοποιήθηκαν σεξουαλικά.
Τηλεφώνησα σε μια φίλη μου την πρώτη νύχτα που δέχτηκα κακοποίηση. Δεν με πίστεψε και επιπλέον, με κατηγόρησε ότι ήθελα να τραβήξω την προσοχή της. Έτσι, δεν το ανέφερα ποτέ ξανά. Για περισσότερα από οκτώ χρόνια, άφησα τον εαυτό μου να ζει μέσα σε όλο και περισσότερο συμβιβαστικές καταστάσεις, πιστεύοντας ότι το άξιζα, πιστεύοντας ότι ήμουν απλώς το είδος του ατόμου που επιτρέπεται στους άλλους να το βλάπτουν.
Οι γονείς, οι δάσκαλοι και οι φίλοι βλέπουν μόνο θλίψη. Βλέπουν απλώς «υπερβολικές αντιδράσεις», «ξεσπάσματα» ή «εφηβικό άγχος». Ακόμα και τα μικρά παιδιά που βρέχουν το κρεβάτι τους ή βιώνουν άγχος αποχωρισμού, συχνά λέγεται ότι έχουν προβλήματα προσαρμογής ή περνούν μια δύσκολη «φάση». Τα παιδιά αλλάζουν συνεχώς και είναι δύσκολο να προβλέψουμε τη συμπεριφορά τους. Οπότε, πώς θα μπορέσετε να καταλάβετε τι είναι αυτό που τα απασχολεί; Απλά, ρωτώντας τα.
Πλέον έχω μια κόρη 2 ετών. Δεν θέλω να ξέρει ότι υπάρχει αυτό το πράγμα στον κόσμο, πόσο μάλλον ότι θα μπορούσε να συμβεί σε εκείνη. Δεν θέλω να φοβάται τον ύπνο, τα χάδια, τις νταντάδες ή τα μέλη της οικογένειας που την προσέχουν. Δεν θέλω να φοβάται να βγει ραντεβού με το αγόρι της όταν μεγαλώσει.
Όμως, αυτό που φοβάμαι περισσότερο απ’ όλα, είναι μήπως δεν καταλάβω ότι έχει πληγωθεί. Φοβάμαι ότι ίσως αισθανθεί ντροπή ή ενοχές για ό,τι μπορεί να συμβεί.
Γι’ αυτό θα τη ρωτήσω αν κάποιος της προκαλεί φόβο, αν κάποιος την έχει πληγώσει, αν κάποιος την κάνει να ανησυχεί ή την έχει πλησιάσει παρά τη θέλησή της. Θα της πω ότι δεν πρέπει να κρατάμε μυστικά από τους μεγάλους. Θα της πω ότι ποτέ δεν πρέπει να αγκαλιάζει ή να φιλάει κάποιον εάν δεν το θέλει πραγματικά, ακόμα κι αν πρόκειται για τη μαμά, τον μπαμπά ή τον παππού και τη γιαγιά. Θα της πω ότι πρέπει να θέτει τους κανόνες που θέλει για το σώμα της, αλλά η μαμά της πρέπει πάντα να γνωρίζει εάν κάποιος τους παραβιάσει.
Και θα τη ρωτήσω ξανά όταν μεγαλώσει… Θα τη ρωτήσω αν νιώθει πιεσμένη, αν κάτι δεν της αρέσει, αν θέλει να μιλήσει με κάποιον άλλον εκτός από τη μαμά. Θα τη ρωτήσω πάρα πολλά! Θα τη μάθω να συζητάει για πράγματα που δεν είχε φανταστεί ποτέ!
Μην αφήνετε την αμηχανία να σας εμποδίσει. Μην αφήνετε το φόβο να σας κυριεύσει. Απλά, ρωτήστε τα παιδιά σας!».









