Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση άνδρα, ο οποίος είχε καταδικαστεί από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας για σειρά αδικημάτων σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης της ανήλικης θετής του κόρης, καθώς και για παρεμπόδιση της δικαστικής διαδικασίας, επικυρώνοντας τόσο την καταδίκη όσο και τις ποινές φυλάκισης που του είχαν επιβληθεί.
Η υπόθεση αφορούσε αδικήματα που, σύμφωνα με το Κακουργιοδικείο, διαπράχθηκαν κατά την περίοδο 2014-2021, όταν ο καταδικασθείς καταχράστηκε τη θέση εμπιστοσύνης και εξουσίας που είχε απέναντι στην ανήλικη. Παράλληλα, κρίθηκε ένοχος και για παρεμπόδιση της δικαστικής διαδικασίας, καθώς επιχείρησε να αποτρέψει την καταγγελία των περιστατικών στις Αρχές.
Το Κακουργιοδικείο είχε επιβάλει ποινές φυλάκισης έως εννέα ετών για τις σοβαρότερες κατηγορίες, έξι ετών για άλλες κατηγορίες που αφορούσαν το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, οκτώ ετών σε επιπλέον κατηγορίες και δώδεκα μηνών για την παρεμπόδιση της δικαστικής διαδικασίας, διατάσσοντας όλες οι ποινές να συντρέχουν.
Με την έφεσή του, ο καταδικασθείς υποστήριξε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο αξιολόγησε εσφαλμένα τη μαρτυρία της παραπονούμενης, ότι η καταδίκη δεν στηριζόταν σε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και ότι οι ποινές που του επιβλήθηκαν ήταν υπερβολικές.
Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης, κρίνοντας ότι το Κακουργιοδικείο προχώρησε σε ενδελεχή αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας και κατέληξε σε πλήρως αιτιολογημένα συμπεράσματα, χωρίς να εντοπίζεται οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό σφάλμα που να δικαιολογεί παρέμβαση.
Παράλληλα, έκρινε ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης ήταν αξιόπιστη και επαρκής για τη θεμελίωση της καταδίκης, ενώ απέρριψε και τους ισχυρισμούς περί υπέρμετρα αυστηρής ποινής. Το δικαστήριο επισήμανε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων, η πολυετής διάρκειά τους, η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ δράστη και θύματος και η ανάγκη προστασίας των ανηλίκων δικαιολογούν την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών.
Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τόσο την καταδίκη όσο και τις ποινές που επέβαλε το Κακουργιοδικείο, απορρίπτοντας στο σύνολό της την έφεση του καταδικασθέντος.
Οι συγκλονιστικές λεπτομέρειες
Η απόφαση του δικαστηρίου αναφέρει ότι «η παραπονούμενη γεννήθηκε την 1/8/2005 και έμενε με τη μητέρα της και τα δύο της αδέλφια. Ο κατηγορούμενος ήρθε στην Κύπρο το 2011 υπό το καθεστώς φοιτητή με την υποχρέωση να ανανεώνει την άδεια παραμονής του κάθε χρόνο. Το 2012 η άδεια παραμονής του ακυρώθηκε και υπέβαλε αίτηση ασύλου η οποία απορρίφθηκε στις 28/3/2014. Η μητέρας της μαθήτριας ήρθε στην Κύπρο το 2014 και τον Μάϊο του 2014 παντρεύτηκε τον κατηγορούμενο οπόταν και ο τελευταίος γνώρισε τα τρία παιδιά της που είχε αποκτήσει από προηγούμενο γάμο και σχέση που είχε. Αρχικά διέμειναν σε οικία κοντά στην παραλία της Λάρνακας για δύο μήνες και στη συνέχεια μετακόμισαν σε διαμέρισμα στην περιοχή Δροσιάς. Στις 25/2/2022, η μαθήτρια και ενώ βρισκόταν στο σχολείο όπου φοιτούσε αποκάλυψε σε καθηγήτρια της ότι δεχόταν σεξουαλική κακοποίηση από τον πατριό της.
Το ότι παρενοχλείτο σεξουαλικά από τον πατριό της η παραπονούμενη το ανέφερε σε άλλα δύο πρόσωπα. Τότε καθηγήτριά της τηλεφώνησε στην τηλεφωνική γραμμή 8442 και ανέφερε ότι η παραπονούμενη της εκμυστηρεύτηκε ότι κακοποιείται σεξουαλικά από τον συμβίο της μητέρας της. Στη συνέχεια λήφθηκε στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο στο Σπίτι του Παιδιού στη Λευκωσία, οπτικογραφημένη κατάθεση από την παραπονούμενη. Πριν τη μετάβαση της στη Λευκωσία, η παραπονούμενη στην οικία όπου διέμενε, δέχθηκε απειλές και επίθεση από την μητέρα της η οποία της επέφερε και σωματικές βλάβες. Ακολούθως, λήφθηκε στον ίδιο χώρο νέα οπτικογραφημένη κατάθεση από την παραπονούμενη. Στη συνέχεια, μετά από την καταχώριση της μονομερούς αιτήσεως με αριθμό [ ] εξασφαλίστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας διάταγμα απομάκρυνσης της παραπονούμενης από την οικογενειακή εστία. Την ίδια ημέρα εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και συνελήφθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας με σκοπό, μαζί με τη σύζυγο του και τα δύο παιδιά της, να αναχωρήσει για Αθήνα».
Το Κακουργιοδικείο αποδέχτηκε, επίσης, ότι ο πατριός κατείχε θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής επί της ανήλικης παραπονούμενης, για τους λόγους που εξήγησε, προσθέτοντας στα συμπεράσματά του επί των γεγονότων ότι:
«Καταχρώμενος δε την εν λόγω θέση του ο κατηγορούμενος κατά την χρονική περίοδο των ετών 2015‑2021 και ενεργώντας έτσι ώστε να μένει μόνος του με την παραπονούμενη» την κακοποιούσε σεξουαλικά.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου στον φόβο που, όπως έκρινε, βίωνε η παραπονούμενη απέναντι στη μητέρα της, στοιχείο το οποίο εξηγούσε γιατί αρχικά ανακάλεσε τις καταγγελίες της. Το δικαστήριο αποδέχθηκε ότι η ανήλικη βρισκόταν υπό έντονη ψυχολογική πίεση, φοβούμενη τις αντιδράσεις της μητέρας της και τις συνέπειες που θα είχε για την ίδια η αποκάλυψη των όσων κατήγγειλε.
Σύμφωνα με την απόφαση, η παραπονούμενη εξέφρασε επανειλημμένα την αγωνία της για το τι θα συνέβαινε εάν προχωρούσε η υπόθεση, δηλώνοντας ότι ανησυχούσε πως η μητέρα της θα την απέρριπτε ή θα την απομάκρυνε από το σπίτι. Το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι οι φόβοι αυτοί ήταν πραγματικοί και δικαιολογημένοι, επισημαίνοντας ότι εξηγούν την αρχική της στάση και δεν αποτελούν ένδειξη αναξιοπιστίας.
Το δικαστήριο σημείωσε ακόμη ότι όταν η παραπονούμενη τέθηκε υπό προστασία και εξέλιπε ο φόβος της επιστροφής στο οικογενειακό περιβάλλον, προχώρησε σε νέα κατάθεση, την οποία το Κακουργιοδικείο έκρινε ως αξιόπιστη και ειλικρινή.
Διαβάστε επίσης
Καύσωνας: 10 συμβουλές προστασίας για παιδιά, εγκύους και ηλικιωμένους [2]
Δυνατός κορμός, πιο υγιής καρδιά: Τι δείχνει νέα επιστημονική μελέτη [3]