Η πρώτη επαφή ενός παιδιού με τα social media ενδέχεται να έχει μεγαλύτερη σημασία για την ψυχική του υγεία από το αν διαθέτει προσωπικό λογαριασμό. Αυτό προκύπτει από νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network Open, σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές χώρες εξετάζουν αυστηρότερους κανόνες για την πρόσβαση των ανηλίκων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε παράλληλα με τη συζήτηση που έχει ανοίξει διεθνώς για την ασφάλεια των παιδιών στο διαδίκτυο, αλλά και τις ευθύνες των μεγάλων τεχνολογικών πλατφορμών.
Το βασικό συμπέρασμα των ερευνητών μεταφέρει τη συζήτηση ένα βήμα πιο πέρα: δεν έχει σημασία μόνο αν ένα παιδί χρησιμοποιεί social media, αλλά και σε ποια ηλικία ξεκινά να εκτίθεται σε αυτά.
Η ηλικία πρώτης επαφής φαίνεται να έχει σημασία
Οι ερευνητές θέλησαν να εξετάσουν ορισμένες από τις βασικές παραμέτρους που συνδέονται με τους περιορισμούς στη χρήση των social media από ανηλίκους στην Αυστραλία.
Μεταξύ άλλων, εξέτασαν εάν τα παιδιά που δεν έχουν προσωπικό λογαριασμό σταματούν πράγματι να χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες, αν η κατοχή λογαριασμού αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου και κατά πόσο η μικρότερη ηλικία πρώτης χρήσης σχετίζεται με περισσότερες δυσκολίες στην ψυχική υγεία.
Στην έρευνα συμμετείχαν 365 έφηβοι ηλικίας 10 έως 15 ετών, μαζί με έναν από τους γονείς τους. Περίπου 7 στα 10 παιδιά είχαν ήδη χρησιμοποιήσει μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ περίπου οι μισοί διέθεταν δικό τους λογαριασμό.
Η μέση ηλικία κατά την οποία είχαν την πρώτη τους επαφή με τα social media ήταν τα 11 χρόνια.
Η ανάλυση των στοιχείων έδειξε ότι η πιο πρώιμη χρήση και η μικρότερη ηλικία πρώτης έκθεσης συνδέονταν με περισσότερα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης.
Αντίθετα, η κατοχή προσωπικού λογαριασμού παρουσίασε πιο περιορισμένη συσχέτιση και φάνηκε να συνδέεται κυρίως με συμπτώματα άγχους.
Δεν έχει σημασία μόνο το «αν», αλλά και το «πότε»
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η ηλικία πρώτης επαφής μπορεί να αποτελεί έναν παράγοντα που αξίζει να εξεταστεί περισσότερο.
Η αναπληρώτρια καθηγήτρια Susanne Schweizer, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, επισημαίνει ότι η καθυστέρηση της πρώτης έκθεσης στα social media θα μπορούσε να αποτελέσει μια ενδιαφέρουσα στρατηγική προστασίας, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από ενημέρωση των παιδιών για την ασφαλή και υπεύθυνη ψηφιακή συμπεριφορά.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι τα social media οδηγούν με τον ίδιο τρόπο όλα τα παιδιά σε προβλήματα ψυχικής υγείας.
Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι η σχέση ανάμεσα στη χρήση των πλατφορμών και την ψυχική υγεία είναι πολύπλοκη. Παράλληλα, όμως, χαρακτηριστικά των social media, όπως η συνεχής κοινωνική σύγκριση ή η έκθεση σε ακατάλληλο περιεχόμενο, ενδέχεται να επιβαρύνουν περισσότερο παιδιά και εφήβους που είναι ήδη ευάλωτοι.
Τι έδειξαν οι έφηβοι για τους περιορισμούς
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο οι ίδιοι οι έφηβοι δήλωσαν ότι θα αντιδρούσαν στους νέους περιορισμούς.
Το 25% των χρηστών ανέφερε ότι θα διέκοπτε εντελώς τη χρήση των social media, ενώ το 75% δήλωσε ότι θα συνέχιζε με κάποιον τρόπο.
Μάλιστα, περίπου 35% ανέφερε ότι θα προσπαθούσε να βρει τρόπους για να παρακάμψει τους περιορισμούς.
Τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν αρκούν για να κριθεί αν μια πολιτική περιορισμού της πρόσβασης είναι αποτελεσματική ή όχι. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι συμπεριφορές μπορεί να αλλάξουν με την πάροδο του χρόνου, ιδιαίτερα όταν οι νέοι κανόνες καθιερωθούν και αποκτήσουν χαρακτήρα κοινωνικού κανόνα.
Γι’ αυτό και η πραγματική αποτελεσματικότητα των περιορισμών θα πρέπει να αξιολογηθεί σε βάθος χρόνου.
Οι δια ζώσης επαφές φαίνεται να έχουν διαφορετική επίδραση
Μια δεύτερη μελέτη από την ίδια ερευνητική ομάδα εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο διαφορετικές μορφές κοινωνικής επαφής επηρεάζουν τη διάθεση των νέων.
Στη μελέτη συμμετείχαν 190 άτομα ηλικίας 18 έως 24 ετών, τα οποία κατέγραφαν επανειλημμένα κατά τη διάρκεια της ημέρας πώς αισθάνονταν μετά από διαδικτυακές ή δια ζώσης κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.
Ο συνολικός χρόνος που περνούσαν στο κινητό δεν εμφάνισε σημαντική σχέση με το άγχος ή την κατάθλιψη.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη παραμονή σε εφαρμογές που χρησιμοποιούνται για διαδικτυακή κοινωνική επικοινωνία, όπως τα social media και οι εφαρμογές μηνυμάτων, συνδέθηκε με υψηλότερα επίπεδα άγχους.
Παράλληλα, οι νέοι ανέφεραν καλύτερη συναισθηματική κατάσταση μετά τις προσωπικές συναντήσεις σε σύγκριση με τις online επαφές. Οι πιο θετικές εμπειρίες από τις δια ζώσης σχέσεις συνδέθηκαν επίσης με λιγότερες ενδείξεις κατάθλιψης κατά την περίοδο παρακολούθησης.
Τα social media δεν είναι μόνο «καλά» ή «κακά»
Τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι κάθε ψηφιακή επικοινωνία είναι επιβλαβής.
Για ορισμένους νέους, ιδιαίτερα για εκείνους που δυσκολεύονται στις άμεσες κοινωνικές επαφές, το διαδίκτυο μπορεί να λειτουργήσει ως ένας χώρος όπου αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια και μπορούν να επικοινωνήσουν με λιγότερη πίεση.
Το σημαντικό φαίνεται να είναι ο συνδυασμός ηλικίας, τρόπου χρήσης, προσωπικής ευαλωτότητας και οικογενειακού περιβάλλοντος.
Η πραγματική ζωή και οι δια ζώσης σχέσεις εξακολουθούν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών.
Έτσι, αντί η συζήτηση να περιορίζεται αποκλειστικά στο αν ένα παιδί πρέπει ή δεν πρέπει να έχει social media, οι ειδικοί εξετάζουν όλο και περισσότερο πότε ξεκινά, τι περιεχόμενο βλέπει, πόσο τα χρησιμοποιεί και αν έχει την κατάλληλη καθοδήγηση.
Όσο αργότερα ξεκινά η πρώτη επαφή, υποστηρίζουν τα συγκεκριμένα ευρήματα, τόσο περισσότερο χρόνο μπορεί να έχει ένα παιδί για να αναπτύξει κοινωνικές δεξιότητες, ανθεκτικότητα και υγιείς συνήθειες πριν μπει στον ψηφιακό κόσμο.