«Γιατί μ΄έχεις καταπλακωμένο; Να με πας στο γιο σου, εγώ τον προστατεύω, είπε ο Άγιος στον πατέρα μου»

Διαβάζοντας την ιστορία, λες ότι είναι από αυτές που, αν πιστεύεις βαθιά στον Θεό, θα πεις ότι Εκείνος κάπου υπάρχει. «Ο Πανταχού Παρών και τα πάντα Πληρών» δεν λένε τα λόγια της προσευχής; Ακόμη, όμως, κι αν δεν πιστεύεις, θα νιώσεις μία ανατριχίλα…

Έτσι και η ιστορία του αναγνώστη μας, πατέρα δύο παιδιών σήμερα, ο οποίος περιέγραψε την μεταφυσική εμπειρία του δικού του πατέρα με τον Άγιο Φανούριο. 

«Ήμουν πρωτοετής φοιτητής στην Αθήνα. Ο πατέρας μου ήταν σαγματοποιός (σαμαράς), αλλά έπλεκε και καρέκλες ψάθινες που είχαν ένα πράσινο διακοσμητικό στις γωνίες.

Το ειδικό αυτό πράσινο καλάμι μήκους περίπου 50 εκατοστά το είχε μαζί με άλλα είδη σε μια σακκούλα πλαστική κρεμασμένη στο τοίχο του εργαστηρίου του.

Ο πατέρας μου δεν πίστευε ποτέ στα όνειρα και αν η μάνα μου πήγαινε να του πει τι όνειρο είδε την κορόιδευε.

Ένα πρωί σηκώθηκε και είπε στη μάνα μου: «Βρε Ντία είδα ένα όνειρο χθες το βράδυ»

«Αντε άσε με»,  του είπε η μάνα μου. «Εσύ με κοροιδεύεις όταν σου λέω για όνειρα».

«Δεν είναι συνηθισμένο όνειρο»,  της είπε.

«Είδα τον Άγιο Φανούριο. Στεκόταν έξω από την πόρτα με κοίταζε και μου είπε αυστηρά: Γιατί με κρατάς καταπλακωμένο εκεί μέσα; Θα με βγάλεις από εκεί θα με κάνεις εικόνα και θα με πας στον Χρήστο στην Αθήνα γιατί εγώ τον προστατεύω». συνέχισε.

«Έχεις τίποτα σχετικό με τον Άγιο;», τον ρώτησε η μάνα μου.

«Όχι τίποτε», απάντησε εκείνος. 

Πέρασαν μερες.  Ο πατέρας μου κάποια στιγμή θέλοντας να φτιάξει μια καρέκλα πήγε να βγάλει από τη σακούλα το ματσάκι με το πράσινο καλάμι. Το είχε κάνει πάρα πολλές φορές.

Τραβώντας το ματσάκι βγήκε από την σακούλα και έπεσε κάτω ένα χαρτί τυλιγμένο ρολό με ένα λαστιχάκι στη μέση.

«Τι να είναι αυτό; «, αναρωτήθηκε ο πατέρας μου.  Το ξετύλιξε και έμεινε «άγαλμα». Ήταν μια εικόνα του Αγίου Φανουρίου.

Την πήρε την έβαλε σε κορνιζα και την πήγε 40 μέρες στο ιερό της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, όπου ήταν και ψάλτης, και μου την έδωσε όταν ήρθα στο σπίτι από την Αθήνα, αφού μου διηγήθηκαν όλο το συμβάν.

Την είχα μαζί μου πάντα ακόμα και στο στρατό. Τωρα την έχει η κόρη μου που της την έδωσα, όταν πέρασε στο πανεπιστήμιο».